Η βαρβαρότητα της Ελληνοχριστιανικής «Δικαιοσύνης»

Ιουνίου 7, 2008

Με δισέλιδη συνέντευξή του στην «Α1», εφημερίδα του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, ο πρόεδρος πρωτοδικών Δημήτριος Γαβαλάς υπεραμύνεται της αποφάσεώς του για την απόσυρση του βιβλίου της Έρσης Σωτηροπούλου. Πρόκειται για νέο μνημείο εθνοσωτήριου ελληνοχριστιανικού λόγου, μνημείο Χυδαιότητας και Βαρβαρότητας της Ελληνοχριστιανικής «Δικαιοσύνης». Διαβάστε την ολόκληρη εδώ


Έξω οι Μιτσιγκάνοι!

Μαΐου 24, 2008

Χωριανοί, χωριανοί! Ακούσατε, ακούσατε! Νέα πρόκληση. Οι «παγκοσμιοποιητές», οι «νεοεποχίτες» είναι σαν τη Λερναία Ύδρα.

Εμείς προσπαθούμε να διορθώσουμε τις ζημιές που έχουν προκληθεί από τους Αμερικάνους, την Παγκοσμιοποίηση και τα ντόπια μίσθαρνα όργανά τους, αναγκάζοντας κάθε Ελληνόπουλο να κάνει ομολογία πίστεως στις αγνές ελληνοχριστιανικές παραδόσεις μας, κι αυτοί την ίδια ώρα συνεχίζουν να βυσσοδομούν. Αν θέλουν να μετέχουν της Ελληνορθοδόξου Παιδείας μας πρέπει να απαντήσουν γραπτώς σε ερωτήσεις λ.χ. σαν αυτές περί παραδόσεως οι οποίες ετέθησαν στις πανελλήνιες εξετάσεις στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας:

«Ο Δήμος σας διοργανώνει μια εκδήλωση με θέμα την παράδοση. Ως εκπρόσωπος της μαθητικής σας κοινότητας, αναλάβατε τη σύνταξη ενός κειμένου που θα εκφωνηθεί στην εκδήλωση. Σε αυτό να αναφέρετε τις αιτίες για τις οποίες πολλοί νέοι σήμερα έχουν απομακρυνθεί από την παράδοση και να προτείνετε τρόπους επανασύνδεσής τους με αυτήν». [Ένας εξαιρετικός και διασκεδαστικός σχολιασμός έγινε από τον Στέλιο Φραγκόπουλο με επιστολή του «Βομβαρδίζουν τη νεολαία με οπισθοδρομικά μηνύματα» στο Βήμα]

Ή στο μάθημα της Ιστορίας:

«Ο ιστοριογράφος Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος θεμελίωσε την πολιτιστική συνέχεια του ελληνικού έθνους με αδιάσειστο επιχείρημα την αδιάλειπτη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού».

Φυσικά ό,τι έχουν στο κεφάλι τους οι Ελληνορθόδοξοι είναι αδιάσειστο. Και για όσους δεν μετέχουν της Ελληνορθόδοξης Παιδείας υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, σαν αυτόν του –διεθνώς αγνώστου– πρύτανη του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κωνσταντίνου Μπαγιάτη. Αυτός ο αδιάσειστος Ελληνορθόδοξος έστειλε την ακόλουθη εμπιστευτική επιστολή προς τις Γραμματείες των Τμημάτων του Πανεπιστημίου, πράγμα που έγινε γνωστό εξαιτίας της ερώτησης που υπέβαλε ο «ανθέλλην» βουλευτής Θεσσαλονίκης Τάσος Κουράκης προς τον Υπουργό Παιδείας και χωρίς ίχνος εθνικής ευθύνης την έδωσε στη δημοσιότητα:

«Παρακαλώ να μας αποστείλετε τα στοιχεία (ονοματεπώνυμο και χώρα προέλευσης) των μουσουλμάνων φοιτητών του τμήματός σας, συμπεριλαμβανομένων και των Πομάκων της Θράκης. Το έγγραφο είναι εμπιστευτικό και πρέπει να επιδοθεί κατευθείαν στην Πρυτανεία ιδιοχείρως, με courier ή μέσω της θυρίδας του Πανεπιστημίου, χωρίς κεντρικό αριθμό πρωτοκόλλου».

Ενώ λοιπόν συμβαίνουν όλα αυτά τα χαρμόσυνα και επανασυνδεόμεθα με τις ελληνοχριστιανικές παραδόσεις μας, και ενώ ο φωτόμορφος Κώστας Γεωργουσόπουλος είχε κόψει κάμποσα κεφάλια ερεβομανών χαγάνων και σχιζοφρενών εθνοκτόνων με το πριόνι από τα Νέα, νά σου ξεπετάχτηκαν από αλλού. Αυτή τη φορά ο Νίκος Βατόπουλος άνοιξε μια Κερκόπορτα στην Καθημερινή για να περάσουν οι συνωμότες υπονομευτές. Και δεν πρόκειται για εθνικό έγκλημα εξ αμελείας, είναι εκ προμελέτης! Αυτό φαίνεται αμέσως από τις πρώτες κιόλας φράσεις του αβανταδόρου και συνοδοιπόρου των ανθελληνικώς δρώντων: «Στον παγκόσμιο χάρτη, η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα που φωνάζει πολύ. Συνήθως προκαλεί θόρυβο για λάθος ζητήματα, με στρεβλές ιεραρχήσεις και σε ασυντόνιστο χρόνο». Έδωσε λοιπόν την ευκαιρία στον ετερόχθονα (συνεπώς και αλλοτριωμένο) Καθηγητή Δημήτρη Τζιόβα για να μας πει αυτός –εξ Αλβιώνος, παρακαλώ, άκου θράσος!– πώς θα μας παίρνουν στα σοβαρά (!) και να αμφισβητήσει εμμέσως πλην σαφώς ότι είμεθα το κέντρο του κόσμου, ορατού τε και αοράτου. Αλλά το ιδιαζόντως ειδεχθές έγκλημά του είναι ότι ετόλμησε να δώσει το λόγο στον Μιτσιγκάνο Καθηγητή –θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου!– Βασίλη Λαμπρόπουλο, παρά τα όσα του έχει σούρει, επαναλαμβάνω, ο σοφός και αντιστασιακός αγωνιστής Κώστας Γεωργουσόπουλος. Κι εκείνος βέβαια δεν χάνει την ευκαιρία να επιτεθεί στους εθνικώς ανησυχούντες πατριώτες, προσπαθώντας να τους προκαλέσει διάσειση εγκεφάλου ώστε να κλονίσει τις αδιάσειστες πεποιθήσεις τους: «Περνούν διάφοροι από υπουργεία και ιδρύματα, για να αναγγείλουν κάποια εθνική καταστροφή: οι Τούρκοι θα ιδρύσουν μια έδρα, οι Σκοπιανοί θα προσφέρουν ένα μάθημα, μας σκότωσαν τον Ομηρο, έβγαλαν την Αθηνά μαύρη και τον Αλέξανδρο γκέι, θα κλείσουν ένα Τμήμα κ.λπ.». Να κάνουμε εξαγωγή του «ζωντανού πολιτισμού» μας, λέει. Δηλαδή τι υπαινίσσεται, να κάνουμε εξαγωγή τον Γεωργουσόπουλο, τον Γιανναρά και άλλους εθνικούς φωστήρες; Να απορφανιστεί το έθνος; Να μη μείνει κανένα λείμμα ελληνορθόδοξης συνείδησης – ούτε κόκκος σινάπεως! Αυτό θέλει ο Μιτσιγκάνος, αλλά δεν θα του περάσει. Οι Εθνοφύλακες αγρυπνούν, αλυχτούν και δαγκώνουν.

Ο ομφαλός της Γης

Μαΐου 23, 2008

Του Μανώλη Βασιλάκη*

 

To παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ε.Φ.» του Ελληνικού Φεστιβάλ που μόλις κυκλοφόρησε.

Ο σατιρικός στίχος «Ιππεύω την υφήλιον / και κυνηγώ τον ήλιον / περιορών τα άστρα» του Ηλία Τανταλίδη είναι λίγος για να εκφράσει την επαφή με την παγκόσμια πραγματικότητα και τη μεγάλη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους οι Νεοέλληνες. Παρακολουθώντας στενά τη νέα διαμάχη περί «Ελληνικότητας» αναρωτιέμαι έως πότε θα αρνούμαστε να δεχθούμε ότι δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Κάποτε ο πρόεδρος της εθνικιστικής οργάνωσης «Ελληνισμός» Νεοκλής Καζάζης, μετά την επαίσχυντη ήττα του 1897, υπερασπιζόμενος με μύθους τα «εθνικά δίκαια», κατέληγε διατυπώνοντας την άποψη ότι «ο ελληνικός λαός εξαιρείται του νόμου της ακμής και της παρακμής» καθώς και όλων των άλλων νόμων της φύσης και της ιστορίας.

Το πώς έφτασαν τόσο πολλοί να πιστεύουν τέτοια ακραία πράγματα όμως απαιτεί ολόκληρο σύγγραμμα. Ακόμη και λόγιοι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, για πολύ πρακτικούς λόγους, το 1820 τους έλεγαν πράγματα σαν αυτά: «Οι Έλληνες δεν υπόκειντο ούτε το πάλαι ούτε το νυν εις τους νόμους της φύσεως» (Βενιαμίν Λέσβιος, Μεταφυσική) ή ο Αθ. Ψαλίδας, που έλεγε ότι η φύση τοποθέτησε τους Έλληνες στην υψηλότερη βαθμίδα του ανθρώπινου γένους, «μετά δε τους Έλληνας… ήρχοντο οι Άγγελοι».

Από τότε όμως πέρασαν σχεδόν διακόσια χρόνια. Η νεοελληνική ιδεολογία είναι κυρίαρχη, με ανεξίτηλη τη σφραγίδα του «Ελληνοχριστιανισμού» κι έτσι και σήμερα διαβάζεις ή ακούς τις ίδιες υπερβολές, σε μια αποθέωση του ανορθολογισμού, στο παχύ έδαφος της νεοελληνικής αμάθειας και αγραμματοσύνης. Με τους σατιρικούς στίχους του Δ. Σολωμού «Σε βλέπω πάντα που κυλάς / Για πες μου, ψίχαλο, πού πας; / Πού πας ομπρός οπίσω; / – Τον κόσμο να φωτίσω!…» χλεύαζε ο Ιάκωβος Πολυλάς τα «φαντασιοκοπήματα» του εφευρέτη του όρου Σπυρίδωνος Ζαμπελίου, ο οποίος «τι άλλο κάνει παρά να ναναρίζη το έθνος με βλάσφημα παραμύθια;», καταλήγοντας ότι «εις ένα ποίημα του εφετεινού ποιητικού διαγωνισμού είδαμε την Ελλάδα συγκαθισμένην με τον Ύψιστον εις τη στιγμή της Δημιουργίας». Αλλά το περιούσιον έθνος προτιμά στην πλειονότητά του να πιστεύει αυτά τα παραμύθια. Ας θυμηθούμε μόνο ότι όταν η Δύση ήδη από 250 χρόνια ήξερε ότι η Γη κινούνταν γύρω από τον ήλιο εκδόθηκε το βιβλίο του αξιωματούχου της Εκκλησίας Σέργιου Μακραίου Τρόπαιον εκ της Ελλαδικής πανοπλίας κατά των οπαδών του Κοπερνίκου (1797). Τώρα όμως έχομε όχι απλώς το Γεωκεντρικό μοντέλο του κόσμου, αλλά το Ελληνοκεντρικό! Κέντρο του κόσμου είναι η «ανάδελφη» Ελλάς. Κι όλα ερμηνεύονται με την τύφλωση που προκαλεί η υπεροψία, διαβάζοντας έτσι και τον Διονύσιο Σολωμό κι όχι με τον τρόπο του Κωστή Παλαμά: «Παραγνωρίζουν αστείως τον Σολωμόν οι μη διαβλέποντες, υπό τον Έλληνα, τον Ευρωπαίον ποιητήν, τον διηνεκώς τηρούντα εστραμμένα τα βλέμματα προς την πνευματικήν της Δύσεως κίνησιν (…) Κι όταν ο Σολωμός ανακράζη: “Κλείσε μέσα σου την Ελλάδα, και θα αισθανθής να λαχταρίζη μέσα σου κάθε είδος μεγαλείου”, η κραυγή αύτη (…) προδίδει όχι τον ρήτορα των συλλαλητηρίων, αλλά, βαθύτερον του φιλοπάτριδος, τον  Ε υ ρ ω π α ί ο ν  ποιητήν, τον εμπνεόμενον και ένθουν εκ των καθολικών ιδεών…».

[*] Ο Μ. Βασιλάκης είναι αρθρογράφος και συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο του, Η Μάστιγα του Θεού.


To όπιο του σύγχρονου ελληνισμού (V)

Μαΐου 18, 2008

συνέχεια

Συνέχεια στον διάλογο με το άρθρο του Δημοσθένη Κούρτοβικ «Δεν είμαι ελληνικός, είμαι Έλληνας!» (Τα Νέα, 17.5.2008). Αναφερόμενος στον περίφημο διάλογο Σεφέρη – Τσάτσου γύρω από την ελληνικότητα σημειώνει: «Για τον ένα η ελληνικότητα ήταν η αφετηρία· για τον άλλο ήταν το τέρμα. Για σκεφτείτε: η ελληνικότητα ως αφετηρία και τέρμα! Δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουμε από αυτή την προβληματική, να θέσουμε άλλου είδους ερωτήματα σε σχέση με τον εαυτό μας και τον κόσμο!». Και δικαιολογημένα βρίσκει ολοένα πιο ανούσια τη συζήτηση γύρω από την εθνική ταυτότητα: «Με απασχολεί το ποιος είμαι, με απασχολεί το ποιοι είμαστε ως κοινωνία και ως κουλτούρα, αλλά αισθάνομαι πως δεν θα το βρω προτάσσοντας το επίθετο “ελληνικός”. Δεν είναι, ούτε θα μπορούσε να είναι, ότι το αποποιούμαι. Αλλά βαρέθηκα να το βλέπω να λειτουργεί σαν το καλβινικό δόγμα της προεπιλογής των εκλεκτών του Θεού, όπου η ζωή και οι πράξεις μας επιβεβαιώνουν απλώς μια αυθαίρετα προειλημμένη απόφαση για τη μοίρα μας.

Αγάπησα, όπως πολλοί, την περίφημη ρήση του Καβάφη “εγώ δεν είμαι Έλληνας, είμαι ελληνικός” και βέβαια καταλαβαίνω το νόημα που της έδινε, τις ιδέες από τις οποίες ήθελε να αποστασιοποιηθεί. Αναρωτιέμαι, όμως, μήπως είναι καιρός να την αντιστρέψουμε».

Μετά το 1974, «ένας “κανονικός” πια εθνικός βίος φανέρωσε ότι είμαστε ένας “κανονικός” λαός, λίγο-πολύ σαν όλους τους άλλους, με ιδιαιτερότητες ασφαλώς, με συμπαθητικές και αντιπαθητικές πλευρές, αλλά χωρίς γονίδια εκλεκτής φυλής, χωρίς προμηθεϊκή δημιουργικότητα και έμφυτη τάση προς το Υψηλό. Αν αλλοτριωθήκαμε, όπως λέγεται κατά κόρον, αλλοτριωθήκαμε επειδή μας άρεσε, επειδή ήταν στη φύση μας ή στη φύση της ιστορίας μας. Και αν πάψουμε για μια στιγμή να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, θα ομολογήσουμε ότι δεν θα δεχόμασταν ούτε με σφαίρες να γυρίσουμε πίσω για να ξαναβρούμε την εθνική “αυθεντικότητά” μας εκεί που τη χάσαμε. Λέει πολλά το προφίλ των πιο ανελέητων χλευαστών της “ευρωλιγούρας”, των πιο πυρίπνοων τυμπανοκρουστών κατά της παγκοσμιοποίησης και της νέας τάξης. Οι περισσότεροι έχτισαν καριέρες και απολαμβάνουν περιουσίες χάρη σε ό,τι καταγγέλλουν με μανία: σύμβουλοι ξένων ινστιτούτων στρατηγικών μελετών, αστέρες των μίντια και του λάιφ στάιλ, διευθυντικά στελέχη διαφημιστικών εταιρειών, πανεπιστημιακοί που αρμέγουν κονδύλια από την απεχθή τους Ευρωπαϊκή Ένωση». Και καταλήγει: «Τώρα που η λογοτεχνία μας έπαψε επιτέλους να ασχολείται με το ερώτημα πόσο ελληνική είναι, μπορεί να αρχίσει να αναζητά τη θέση της στον κόσμο ως ελληνική λογοτεχνία!».

Διάλεξη με θέμα «Unbuilding the Acropolis in Greek Literature» θα δώσει στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στις 27 Μαΐου (ώρα 7 μ.μ.) ο Καθηγητής Βασίλης Λαμπρόπουλος. Πού αλλού θα του επιτρεπόταν παρά στη βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών; Φυσικά τον Κώστα Γεωργουσόπουλο δεν τον ρώτησαν! Τον ενημέρωσε κανείς ότι ο Β. Λαμπρόπουλος εκτελεί διατεταγμένη αποστολή, ότι οι «πετρελαιάδες σπόνσορες» έστειλαν τον «εθνοκτόνο δολοφόνο με το πριόνι» για να γκρεμίσει την Ακρόπολη; Για να πάει να φυλάξει τις σκαλωσιές και τα υποστυλώματα, εν ανάγκη να την πάρει και στους ώμους του.


Ο Ομφαλός της Κοίλης Γης

Μαΐου 10, 2008

To όπιο του σύγχρονου ελληνισμού – συνέχεια IV

 

Ο ετερόχθων Γιώργος Αναγνώστου, καθηγητής στο Οhio State University, έλαβε μέρος στη συζήτηση περί «ελληνικότητας» με το άρθρο του με τίτλο «Χρειάζεται μια νέα μυθοπλασία» και υπέρτιτλο «Το ελληνοαμερικανικό παράδειγμα: η άλλη λύση πέρα από την “Ελληνικότητα”» (Τα Νέα, 10.5.2008). Η συνέχειά του εδώ. Ένα ακόμη, κατά τον φωτόμορφο Κ. Γεωργουσόπουλο, «Αμερικανάκι», από κείνα που… «βυσσοδομούν», παρενέβη να ενοχλήσει τους αυτόχθονες που ζουν τον μύθο τους στην Ελλαδάρα των ονείρων και φαντασιώσεών τους. Και όχι μόνο επιδιώκει να τους ταράξει, όχι μόνο τους αντιμετωπίζει όπως τους αξίζει («Εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουνε» γράφει), αλλά… προκλητικά προβάλλει και την άποψη πως: «Οι Έλληνες της Αμερικής, οι οποίοι προκαλούν συχνά την ειρωνική απόρριψη πολλών Ελλαδιτών διανοουμένων, έχουν ίσως να μας διδάξουν ένα άλλο μοντέλο εθνοτικής ταυτότητας, περισσότερο “πολιτικό” από τη χρεοκοπημένη αισθητική ελληνικότητα». Ναι, έτσι στα μούτρα τους! Αλλά αξίζει να το διαβάσετε ολόκληρο.

Και ένα συναφές κείμενο το οποίο επίσης αξίζει να διαβάσετε: Στο ίδιο φύλλο των Νέων ο λέκτορας της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Δημήτρη Παπανικολάου με τίτλο «Των Ελλήνων οι αρχαιότητες, εθνική υπεραξία», παρουσιάζει το βιβλίο του επίκουρου καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, Γιάννη Χαμηλάκη, Το Έθνος και τα συντρίμμια του: Αρχαιότητα, αρχαιολογία και φαντασιακή οργάνωση του έθνους στην Ελλάδα, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στα αγγλικά από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Συνέχεια εδώ και εδώ. Είναι προφανές ότι πρόκειται για… conspiracy!

Μόλις τέλειωσα την ανάγνωση αυτών των δύο απολαυστικών κειμένων, είπα Σαββατιάτικα να αποδράσω για λίγες ώρες από το κακόφημο ελληνορθόδοξο χωριό των απογόνων του Καραγκιόζη και της βαρβαρότητάς τους και να ασχοληθώ με το τι γίνεται στον πραγματικό κόσμο. Γι’ αυτό διάβασα μονορούφι το κείμενο περίπου 5.000 λέξεων The Rise of the Rest από το Newsweek (International Edition), το οποίο αποτελεί περίληψη του καινούργιου βιβλίου του Fareed Zakaria The Post-American World. Ο συγγραφέας περιγράφει και αναλύει τον νέο καλύτερο κόσμο, τις προοπτικές Κίνας, Ινδίας, Ρωσίας, Ηνωμένων Πολιτειών, Ευρώπης, του συνόλου της παγκόσμιας κοινότητας, και εξηγεί γιατί αυτόν τον κόσμο τον αντιμετωπίζουν με όλη την γκάμα των συναισθημάτων, από ανησυχία έως τρόμο, όχι μόνο κάτι καθυστερημένοι σαν τους ημέτερους Ελληνάρες, αλλά τόσοι άνθρωποι παντού και στην ίδια την Αμερική. Παρά ταύτα ο νέος κόσμος είναι καλύτερος και στην παγκόσμια πρόοδο μετέχουν δισεκατομμύρια άνθρωποι μέχρι πρόσφατα αποκλεισμένοι από αυτήν. Απόλο το κείμενο παραθέτω εδώ μόνο ετούτο το διδακτικό απόσπασμα: «More broadly, this is America’s great—and potentially insurmountable—strength. It remains the most open, flexible society in the world, able to absorb other people, cultures, ideas, goods, and services. The country thrives on the hunger and energy of poor immigrants. Faced with the new technologies of foreign companies, or growing markets overseas, it adapts and adjusts. When you compare this dynamism with the closed and hierarchical nations that were once superpowers, you sense that the United States is different and may not fall into the trap of becoming rich, and fat, and lazy».

Τα προηγούμενα για το «όπιο του ελληνισμού»:

1. Κώστας Γεωργουσόπουλος: Ο Aυτόχθων εναντίον ετεροχθόνων

φωτόμορφος εναντίον «ερεβομανών»

μυροβόλος εναντίον «κοπροκρατών»

2. Κ. Γεωργουσόπουλος: Διάκονος της Ελληνορθοδοξίας

3. Το όπιο του σύγχρονου ελληνισμού

4. Ελληνικότητα: ταυτότητα και ασυνειδησία

Το όπιο του σύγχρονου ελληνισμού (συνέχεια Ι)

5. Το όπιο του σύγχρονου ελληνισμού (συνέχεια ΙΙ)

6. Ορφανοτροφείον «Το Εθνικόν»

Το όπιο του σύγχρονου ελληνισμού (συνέχεια III)

 

 


Ορφανοτροφείον «Το Εθνικόν»

Μαΐου 4, 2008

To όπιο του σύγχρονου ελληνισμού – συνέχεια III

Η διαμάχη για την ελληνικότητα συνεχίζεται από τις στήλες των «Νέων» (3.5.2008) με το κείμενο του ομότιμου καθηγητή Ιστορίας Βασίλη Κρεμμυδά «Πώς μπορεί να κάνει λάθη η Ιστορία;» (και η συνέχειά του εδώ). Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα δικολαβίστικο κείμενο που βρίθει από ερωτήματα, τα οποία διατυπώνει με τέτοιο τρόπο ο μαρξιστής ιστορικός ώστε να οδηγεί σε απαξίωση όχι μόνο των αντίθετων με τις δικές του ιδεών αλλά και του αντιπάλου, επιλέγοντας αυτή τη φορά τον Καθηγητή Στάθη Γουργουρή, τον συγγραφέα του σημαντικού έργου Dream Nation (Stanford University Press 1996) ή Έθνος-Όνειρο (εκδ. Κριτική 2007). Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» με τον «επικεφαλής των μεταμοντέρνων ιστορικών» (!) Αντώνη Λιάκο στον οποίο είχε επιτεθεί προ τριετίας με αφορμή το δικό του «προκλητικό» έργο Πώς στοχάστηκαν το Έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμo; (εκδ. Πόλις 2005), με το άρθρο του «Έθνος ορφανό από Ιστορία στις θεωρίες του Αντώνη Λιάκου» (Τα Νέα, 24.25-9.2005). Μην τολμήσεις να αμφισβητήσεις το εθνικόν συνεχές και αναλλοίωτον. Αυτομάτως γίνεσαι εχθρός και σε βαφτίζουν μεταμοντέρνο ιστορικό. Και ο Α. Λιάκος δεν αμφισβητεί απλώς, είναι μητραλοίας και πατραλοίας του έθνους, που θα ’λεγε κι ο μακαρίτης ο Χριστόδουλος, προτείνοντας μάλιστα «να το “σκεφθούμε”, να το “στοχαστούμε” κατά τον τίτλο του βιβλίου», όπως έγραφε τότε ο Β. Κρεμμυδάς. Μου είχαν κάνει εντύπωση σ’ εκείνη την απαξιωτική κριτική του στο εξαιρετικό βιβλίο του Α. Λιάκου, ανάμεσα σε άλλα, η ταμπέλα του μεταμοντέρνου που κρέμασε στον συγγραφέα, αλλά και η προσφυγή σε επιχειρήματα όπως αυτό με την αμφισβήτηση της μετάφρασης του invention ως επινόησης, αναφερόμενος στην εισαγωγή του Eric Hobsbawm στο The Invention of Tradition, το οποίο άλλωστε ως Η επινόηση της παράδοσης μεταφράστηκε από τον Θ. Αθανασίου και κυκλοφορεί (εκδ. Θεμέλιο 2004): «Αν ναι, είναι βέβαιος [ο Α. Λιάκος] ότι η απόδοση της λέξης στα ελληνικά είναι ορθή; μήπως, το περιεχόμενο του βιβλίου του Χόμπσμπωμ μάς οδηγεί να αποδώσουμε την αγγλική λέξη με την ελληνική “μύθος”;», έγραφε. Ακούς εκεί, «το έθνος είναι πράγματι μια “νοητική κατηγορία”, πάνω στην οποία στοχαζόμαστε, όπως λέει ο Αντώνης Λιάκος, και όχι γεγονός;». Ακούς εκεί, «imagined communities», καταπώς τις βάφτισε ο Benedict Anderson! Ακούς εκεί μετά τις «φαντασιακές κοινότητες» και το «συνανήκειν» του Anderson να προβάλει την «επινόηση της παράδοσης» του Hobsbawm!

Στο άρθρο του λοιπόν ο ομότιμος υπερασπιστής και κηδεμόνας του «ορφανού» (έθνους), προσπαθεί να απαξιώσει τον Στάθη Γουργουρή, αλλά με τρόπο μάλλον παιδαριώδη: «ο κ. Γουργουρής υπογράφεται ως “Καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στις ΗΠΑ”», «Tον κ. Στάθη Γουργουρή δεν τον γνωρίζω προσωπικά ούτε γνωρίζω αν το “καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στις ΗΠΑ” παραπέμπει σε καθηγητή Πανεπιστημίου». Ώστε, έτσι! Όλα είναι θεμιτά, όπως διδάσκει ο εφαρμοσμένος παλαιομαρξισμός, αφού μάλιστα δηλώνει πως διάβασε το κείμενό του πάνω από δέκα φορές και εξοργίστηκε.

Ωστόσο, αφού αρχίζει με τη φράση: «Θα ήθελα να συζητήσω και να σχολιάσω κάποια σημεία στο οργίλο άρθρο του κ. Στάθη Γουργουρή, με τον τίτλο “Η ελληνικότητα δεν είναι ουσία”», σπεύδει να επισημάνει: «Το σημείωμα αυτό δεν γράφεται με κανέναν τρόπο για να λάβει μέρος στην εν λόγω αντιπαράθεση για την “ελληνικότητα” – και μακάρι να μου μάθαινε κάποιος τι είναι αυτή». Θα ήθελε να συζητήσει τάχα, αλλά δεν θέλει να λάβει μέρος στην αντιπαράθεση, θέτει ερωτήματα, ζητά παραδείγματα, απαξιώνει τον αντίπαλο, αλλά δεν θέλει τάχα να πάρει μέρος στην εν λόγω συζήτηση… Ώστε, έτσι! Δεν τον γνωρίζει ο ομότιμος τον Καθηγητή Γουργουρή! Διαβάζει και ξαναδιαβάζει μια φράση από το τάχα «οργίλο άρθρο του» και εξοργίζεται! Δεν γνωρίζει μήπως και το έργο και τα κείμενά του; Εκείνο που αποφεύγει να γράψει είναι πως του τα ’χει φυλαγμένα από το 2005 για εκείνη την τεκμηριωμένα εγκωμιαστική και καίρια κριτική του στο βιβλίο του Αντώνη Λιάκου, που ανέτρεπε τη δική του προσπάθεια κατεδάφισης, με τίτλο «Το έθνος ως καθεστώς γνώσης της Ιστορίας» (στο αφιέρωμα «Έθνος και Αριστερά» της Βιβλιοθήκης (τχ. 380, 4.11.2005) της Ελευθεροτυπίας, το οποίο περιλάμβανε και μια μεγάλη συνέντευξη του Α. Λιάκου ακριβώς για το επίμαχο θέμα).

Αμέσως μετά τον πρόλογο το άρθρο του Β. Κρεμμυδά εξελίσσεται σε άσκηση του πώς αρπάζεις μια φράση («…τα έθνη αυτοκτονούν ως κοινωνίες, δηλαδή καταστρέφουν τη δυνατότητα να μάθουν πέντε πράγματα από τα λάθη της Ιστορίας τους») και δικολαβικά διαστρέφεις το νόημά της με αλλεπάλληλα παραπλανητικά ερωτήματα:

«Η “πρωταρχική ουσία” [του έθνους] ποια είναι; [] ποιο άλλο κακό κάνει; Από τι πρέπει να προφυλαχθούμε και πώς; Μήπως προκαλεί καρκίνο, έστω εθνικό; [] Πώς γίνεται να καταστρέφεται η Ιστορία; [] τι θα πει “τα έθνη αυτοκτονούν ως κοινωνίες”; Έχουν πολλά συστατικά τα έθνη και αυτοκτονεί μόνον το συστατικό που λέγεται κοινωνία;»,

για να φτάσεις έτσι στο συμπέρασμα πως ο Σ. Γουργουρής έγραψε ότι «η Ιστορία, η εθνική Ιστορία, [] κάνει λάθη!» και να δικαιολογήσεις τον σαρκασμό στον τίτλο: «Πώς μπορεί να κάνει λάθη η Ιστορία;».

Θα ήταν όμως αφέλεια να περιμένει κανείς από τον ομότιμο αλλ’ αεί παλαιομαρξιστή κάτι περισσότερο από δικολαβισμούς και ζντανοφισμούς. Νομίζω ότι η ουσία της διαμάχης είναι ότι οι μεν είναι στραμμένοι στο μέλλον και οι δε στο παρελθόν. Πως ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους, ασύμβατους και –να το επαναλάβω– πως είναι αδύνατος ο διάλογος.

Τι έπαθε όμως το άτυχο το «ορφανό»! Δεν του φτάνει η ορφάνια, του κλέβουν και την κληρονομιά του, τα τιμαλφή της (επινοημένης ή όχι) παράδοσής του. Έστω, τους μύθους! Που, εκτός των άλλων, στήριξαν και στηρίζουν τόσα και τόσα επαγγέλματα.


Το όπιο του σύγχρονου ελληνισμού (συνέχεια II)

Απριλίου 20, 2008

Το βέλτσιστον

Η περί ελληνικότητας διαμάχη συνεχίστηκε με το άρθρο του Γ. Βέλτσου με τίτλο «Το déjà vu ενός αδύνατου διαλόγου» (Τα Νέα, 19-20.4.2008 – συνέχεια εδώ). Ο Γ.Β. διευκρινίζει ότι ο Γεωργουσόπουλος αναφέρθηκε παραπειστικά στο όνομά του παραπέμποντας στον τόμο Ελληνισμός – Ελληνικότητα (εκδ. Εστίας, 1983) και επαναλαμβάνει συνοπτικά τη θέση του ότι «η ελληνικότητα νοείται ως εκδοχή ενός θεολογικού έργου που παίζεται συγχρόνως σε πολλές σκηνές ενός και του αυτού θεατρικού επιχειρηματία, μίας και της αυτής σκηνοθετικής γραμμής». Και, κυρίως, ότι «παράγεται ως υπεξαίρεση της πραγματικής ελληνικής Ιστορίας», εφόσον «ελληνικότητα υπάρχει μόνον ως υστερόβουλος, σκληρός διαχωρισμός από κάθε ετερότητα». Εν συνεχεία διατυπώνει το καίριο ερώτημα «Κριτική ή προγραφή;», παραθέτοντας αποσπάσματα από ένα προ 12ετίας κείμενό του, το οποίο αναφερόταν πάλι στον Γεωργουσόπουλο και στο οποίο σημείωνε: «Αλλά τι σημασία έχει ο αυριανισμός; “Μόνο μια γλώσσα που έχει τον καρκίνο μέσα της ρέπει προς μεταστάσεις” (Κraus)». Τέλος, επισημαίνει, αναφερόμενος πάντα στον Γεωργουσόπουλο, ότι «η κυριότητα όσων έως τώρα εμφανίζονται να κατακυριεύουν τους πολιτιστικούς χώρους αρχίζει πλέον, και αυτή, να οδηγείται σε ένα καθεστώς “ψιλής κυριότητας”, αφού άλλοι έχουν τη νομή της ζωής».

Με το θέμα ασχολήθηκε και ο Παντελής Μπουκάλας («Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία», Καθημερινή, 20.4.2008).


Ολόκληρη η απόφαση της ντροπής

Απριλίου 15, 2008

zigzag Όπως είχα υποσχεθεί χθες, πληκτρολόγησα και παραθέτω το πλήρες κείμενο του παραληρηματικού ακροδεξιού κηρύγματος του δικαστή Δημητρίου Γαβαλά, την επαίσχυντη δηλαδή δικαστική απόφαση με την οποία ικανοποιεί το αίτημα του Κ. Πλεύρη και διατάσσει προσωρινά την απόσυρση από τις σχολικές βιβλιοθήκες του βιβλίου της Έρσης Σωτηροπούλου Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές. Ο δικαστής φτάνει στο σημείο να εγκωμιάζει τους Γερμανούς Ναζί! Και να κρίνει με βάση κριτήρια ελληνορθόδοξου ταλιμπάν: «αλήθεια, φως και ζωή είναι μόνον ο Κύριος Ημών Ιησούς ΧΡΙΣΤΟΣ».
Κανείς αρμόδιος μέχρι στιγμής δεν μίλησε. Η ηγεσία της Δικαιοσύνης είναι τυφλή και κουφή απέναντι σ’ αυτό το εφιαλτικό κρούσμα. Ούτε τα πολιτικά κόμματα αντέδρασαν.
Παραθέτω την απόφαση διατηρώντας ασυνταξίες, (αν)ορθογραφία, στίξη, κεφαλαία κ.λπ. Μόνο με μπλε επισημαίνω τα πιο εξωφρενικά σημεία. Αμέσως μετά την ανάρτηση την κοινοποίησα στα κόμματα, στον υπουργό Δικαιοσύνης, σε όλους τους βουλευτές, δημοσιογράφους και φορείς που κατά τη γνώμη μου οφείλουν να αντιδράσουν.
Η παρέμβαση αυτή αφιερώνεται στην (και εναγομένη) κυρία Μαριέττα Γιαννάκου με τις ευχές μου για ταχεία ανάρρωση και επιστροφή στο σπίτι της. Κάντε κλικ εδώ να διαβάσετε ολόκληρη την απόφαση Και φωτογραφικά να τη δείτε ολόκληρη εδώ


Μέσα στ’ Απρίλη τη γιορτή

Απριλίου 14, 2008

Φέτος παρατηρείται συνωστισμός Ελληνορθόδοξων προκειμένου να τιμήσουν την επέτειο της 21ης Απριλίου. Έτσι, πληροφορηθήκαμε ότι ο δικαστής Δημήτριος Γαβαλάς διέταξε «την προσωρινή απόσυρση από τις σχολικές βιβλιοθήκες του βιβλίου της κυρίας Έρσης Σωτηροπούλου υπό τον τίτλο “Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές”, μέχρις ότου εκδικασθεί η αγωγή του αιτούντος [Κωνσταντίνου Πλεύρη] περί οριστικής απόσυρσης». H συνέχεια εδώ


Ελληνικότητα: ταυτότητα και ασυνειδησία

Απριλίου 6, 2008

Το όπιο του σύγχρονου ελληνισμού (συνέχεια)

(Παναγιώτης Ψωμιάδης, ομιλία στους ομογενείς της Βοστώνης, στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.

Από τη «συλλογή» της Πανδώρας, Το Βήμα, 8.4.2008)

Ο κύκλος περί ελληνικότητας δεν έκλεισε για την εφημερίδα Τα Νέα απ’ όπου άρχισε με τους τραμπουκισμούς του ελληνοχριστιανού Κ. Γεωργουσόπουλου. Συνέχεια δόθηκε με κείμενο του ιστορικού Δημήτρη Αρβανιτάκη «Ο κόσμος αλλάζει. Εμείς;», η συνέχεια του οποίου είναι εδώ και εδώ. Ο Δ.Α. διαπιστώνει μετά την εκσυγχρονιστική οκταετία Σημίτη την κορύφωση «ενός νέου εθνικισμού, ο οποίος, επιθετικός και διεκδικητικός, ερχόταν να διαφοροποιηθεί από τον παλιό αμυντικό εθνικισμό: η χώρα δεν θα ήταν πια στη γωνία». Σημειώνει επίσης «την όξυνση του εθνικισμού, με κύρια έκφραση την αντιμετώπιση των μεταναστών και τις κρατικές πολιτικές στο “Σκοπιανό”. (…) θυμίζω πρώτα εκείνο το ωραίο σύνθημα που ακούγαμε με διάφορες ευκαιρίες στους δρόμους της φιλόξενης χώρας μας: “Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ…” κι ύστερα εκείνη τη φοβερή φράση της συμπαθητικής αθλήτριας την ώρα του κρεσέντο της νίκης: “Η πρωτιά είναι στο DΝΑ του Έλληνα!”».

Στη διαμάχη παρενέβη ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ Δημήτρης Τζιόβας με το άρθρο του «Ελληνικότητα: συνείδηση ή ταυτότητα;» στο Βήμα (6.4.2008), ενώ την ίδια ημέρα στην Καθημερινή δημοσιεύθηκε το κείμενο με τίτλο «Ελληνικότητα» του Νίκου Ξυδάκη. Το άρθρο του πρώτου έχει ακαδημαϊκή ποιότητα, έχει ειρμό και επιχειρήματα, και προσπαθεί να αποσαφηνίσει τη θεωρούμενη ως αυτονόητη έννοια της «ελληνικότητας», έτσι ώστε είναι ωφελημένος ο αναγνώστης ακόμη κι αν δεν έχει παρακολουθήσει την υπόθεση. Όπως σημειώνει ο Δ.Τ., «μπορεί η λέξη “ελληνικότητα” να εισάγεται στα 1851 από τον Κωνσταντίνο Πωπ, αλλά για να κατανοήσουμε το πώς προκύπτει ως έννοια ή ιδεολόγημα θα πρέπει να δούμε μια άλλη εννοιολογική διάκριση μεταξύ συνείδησης και ταυτότητας». Διακινδυνεύει λοιπόν, όπως γράφει, «την ερμηνευτική υπόθεση ότι η ελληνικότητα προκύπτει ως έννοια για να γεφυρωθεί η διάσταση συνείδησης και ταυτότητας, να αναπληρωθεί δηλαδή η αδυναμία της συνείδησης να λειτουργήσει ως ταυτότητα». Εξηγεί τη σχιζοειδή συμπεριφορά κατά την προσπάθεια εξαγωγής ταυτότητας στην Ευρώπη με τη συναίρεση ταυτότητας και συνείδησης μέσω της ελληνικότητας: «Με το τέλος του αλυτρωτισμού, το πρόβλημα μιας νέας και εξωστρεφούς ταυτότητας έγινε επιτακτικό. Έτσι ορισμένοι της γενιάς του ’30 (…) προσπάθησαν να αντιπαραβάλουν στον “ευρωπαϊκό ελληνισμό” τον (νεο)“ελληνικό ελληνισμό” για να θυμηθούμε την ορολογία του Σεφέρη, να φτιάξουν δηλαδή νεοελληνική ταυτότητα για εσωτερική αλλά και εξωτερική χρήση. (…) Εφόσον ακόμη εξακολουθούν να συγχέονται συνείδηση και ταυτότητα, όπως φάνηκε και στη διαμάχη με την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες ή με το θέμα του ονόματος Μακεδονία, όποτε προκύπτει πρόβλημα ταυτότητας, δηλαδή διαπραγμάτευσης της σχέσης της Ελλάδας με τον υπόλοιπο κόσμο, τότε θα ανακύπτει και ζήτημα ελληνικότητας». Η κατασκευή της «γενιάς του ’30» δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Φούσκωσε όμως πολλά μυαλά.

Στον αντίποδα, από τον κόσμο του νεοελληνικού ανορθολογισμού έρχεται το άρθρο του Ν. Ξυδάκη, το οποίο διόλου δεν συμβάλλει στη συζήτηση ούτε φωτίζει κανέναν. Δεν πρόκειται, όπως φαίνεται να φιλοδοξεί, για την έκφραση μιας άλλης οδού· αντιθέτως προδίδει σύγχυση, αδαημοσύνη και μπόλικη αυθαιρεσία, καθώς χρησιμοποιεί αδιακρίτως όλα τα υφάδια και αυτό που νομίζει μεγαλειώδη σύνθεση είναι μια κουρελού. Με ηπιότερο τρόπο εκφράζει τις απόψεις του Γεωργουσόπουλου. Είναι χαρακτηριστική η τουρλού παράθεση ονομάτων, από τον Κ.Θ. Δημαρά μέχρι την παρέα των «Σημειώσεων»! Αλλά η πιο εξωφρενική και εξοργιστική είναι η αυθαιρεσία περί «παράδοξης παραλληλίας» Αλ. Τσιριντάνη (της «Ζωής», των «Ακτίνων», του υπουργού Δικαιοσύνης των εκλογών της βίας και της νοθείας, του μοναρχοφασισμού, του χουντικού ελληνοχριστιανισμού) με τον Δημήτρη Ραυτόπουλο!

Κι ακόμη δεν πήρε θέση ο Ελληνομέτρης Χ. Γιανναράς… Η ασυνειδησία των αυτοχθόνων με την τόση «ελληνικότητα» είναι ανεξάντλητη.

Η επόμενη παρέμβαση έγινε με το άρθρο της Μυρσίνης Ζορμπά «Ας μιλήσουμε επιτέλους για πολιτισμικές ανισότητες» (συνέχεια εδώ), η οποία τονίζει ότι «πρέπει να πάψουμε να μεταφράζουμε κάθε πολιτισμικό ζήτημα σε τραύμα εθνικής ταυτότητας». Η Μ.Σ. εξηγεί ότι «φόβος απέναντι σ’ αυτό το ενδεχόμενο [πολιτισμικών πολέμων] ανακαλεί σε κάποιους ένα “πατριωτικό” σύνδρομο και ξεκινούν σταυροφορία προς υπεράσπιση των αξιών που πιστεύουν πως κινδυνεύουν (συνέχεια, ταυτότητα, σύμβολα, σύνορα κάθε είδους)». Και οδηγείται στο συμπέρασμα ότι «όσοι επιμένουν να κλαίνε τη Ρωμιοσύνη μπορούν να απολαμβάνουν το πένθος τους, αλλά πρέπει να ξέρουν ότι αυτό έχει κοινωνικό κόστος και γίνεται δημοσία δαπάνη». Για να φτάσουμε στο σημείο να έχουμε λιγότερες προκαταλήψεις και περισσότερη ανταλλαγή, ώσμωση, «πρέπει να θάψουμε, επιτέλους, τους νεκρούς και να πάψουμε να μεταφράζουμε κάθε πολιτισμικό ζήτημα σε τραύμα εθνικής ταυτότητας. Εκεί έξω πρέπει να δοθούν οι λύσεις της ανανέωσης των πολιτισμικών μας οριζόντων και όχι στην αριστοκρατική αυλή ενός πεθαμένου από καιρό ηγεμόνα» (Τα Νέα, 12.4.2008).