Ελληνικότητα: ταυτότητα και ασυνειδησία

Το όπιο του σύγχρονου ελληνισμού (συνέχεια)

(Παναγιώτης Ψωμιάδης, ομιλία στους ομογενείς της Βοστώνης, στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.

Από τη «συλλογή» της Πανδώρας, Το Βήμα, 8.4.2008)

Ο κύκλος περί ελληνικότητας δεν έκλεισε για την εφημερίδα Τα Νέα απ’ όπου άρχισε με τους τραμπουκισμούς του ελληνοχριστιανού Κ. Γεωργουσόπουλου. Συνέχεια δόθηκε με κείμενο του ιστορικού Δημήτρη Αρβανιτάκη «Ο κόσμος αλλάζει. Εμείς;», η συνέχεια του οποίου είναι εδώ και εδώ. Ο Δ.Α. διαπιστώνει μετά την εκσυγχρονιστική οκταετία Σημίτη την κορύφωση «ενός νέου εθνικισμού, ο οποίος, επιθετικός και διεκδικητικός, ερχόταν να διαφοροποιηθεί από τον παλιό αμυντικό εθνικισμό: η χώρα δεν θα ήταν πια στη γωνία». Σημειώνει επίσης «την όξυνση του εθνικισμού, με κύρια έκφραση την αντιμετώπιση των μεταναστών και τις κρατικές πολιτικές στο “Σκοπιανό”. (…) θυμίζω πρώτα εκείνο το ωραίο σύνθημα που ακούγαμε με διάφορες ευκαιρίες στους δρόμους της φιλόξενης χώρας μας: “Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ…” κι ύστερα εκείνη τη φοβερή φράση της συμπαθητικής αθλήτριας την ώρα του κρεσέντο της νίκης: “Η πρωτιά είναι στο DΝΑ του Έλληνα!”».

Στη διαμάχη παρενέβη ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ Δημήτρης Τζιόβας με το άρθρο του «Ελληνικότητα: συνείδηση ή ταυτότητα;» στο Βήμα (6.4.2008), ενώ την ίδια ημέρα στην Καθημερινή δημοσιεύθηκε το κείμενο με τίτλο «Ελληνικότητα» του Νίκου Ξυδάκη. Το άρθρο του πρώτου έχει ακαδημαϊκή ποιότητα, έχει ειρμό και επιχειρήματα, και προσπαθεί να αποσαφηνίσει τη θεωρούμενη ως αυτονόητη έννοια της «ελληνικότητας», έτσι ώστε είναι ωφελημένος ο αναγνώστης ακόμη κι αν δεν έχει παρακολουθήσει την υπόθεση. Όπως σημειώνει ο Δ.Τ., «μπορεί η λέξη “ελληνικότητα” να εισάγεται στα 1851 από τον Κωνσταντίνο Πωπ, αλλά για να κατανοήσουμε το πώς προκύπτει ως έννοια ή ιδεολόγημα θα πρέπει να δούμε μια άλλη εννοιολογική διάκριση μεταξύ συνείδησης και ταυτότητας». Διακινδυνεύει λοιπόν, όπως γράφει, «την ερμηνευτική υπόθεση ότι η ελληνικότητα προκύπτει ως έννοια για να γεφυρωθεί η διάσταση συνείδησης και ταυτότητας, να αναπληρωθεί δηλαδή η αδυναμία της συνείδησης να λειτουργήσει ως ταυτότητα». Εξηγεί τη σχιζοειδή συμπεριφορά κατά την προσπάθεια εξαγωγής ταυτότητας στην Ευρώπη με τη συναίρεση ταυτότητας και συνείδησης μέσω της ελληνικότητας: «Με το τέλος του αλυτρωτισμού, το πρόβλημα μιας νέας και εξωστρεφούς ταυτότητας έγινε επιτακτικό. Έτσι ορισμένοι της γενιάς του ’30 (…) προσπάθησαν να αντιπαραβάλουν στον “ευρωπαϊκό ελληνισμό” τον (νεο)“ελληνικό ελληνισμό” για να θυμηθούμε την ορολογία του Σεφέρη, να φτιάξουν δηλαδή νεοελληνική ταυτότητα για εσωτερική αλλά και εξωτερική χρήση. (…) Εφόσον ακόμη εξακολουθούν να συγχέονται συνείδηση και ταυτότητα, όπως φάνηκε και στη διαμάχη με την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες ή με το θέμα του ονόματος Μακεδονία, όποτε προκύπτει πρόβλημα ταυτότητας, δηλαδή διαπραγμάτευσης της σχέσης της Ελλάδας με τον υπόλοιπο κόσμο, τότε θα ανακύπτει και ζήτημα ελληνικότητας». Η κατασκευή της «γενιάς του ’30» δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Φούσκωσε όμως πολλά μυαλά.

Στον αντίποδα, από τον κόσμο του νεοελληνικού ανορθολογισμού έρχεται το άρθρο του Ν. Ξυδάκη, το οποίο διόλου δεν συμβάλλει στη συζήτηση ούτε φωτίζει κανέναν. Δεν πρόκειται, όπως φαίνεται να φιλοδοξεί, για την έκφραση μιας άλλης οδού· αντιθέτως προδίδει σύγχυση, αδαημοσύνη και μπόλικη αυθαιρεσία, καθώς χρησιμοποιεί αδιακρίτως όλα τα υφάδια και αυτό που νομίζει μεγαλειώδη σύνθεση είναι μια κουρελού. Με ηπιότερο τρόπο εκφράζει τις απόψεις του Γεωργουσόπουλου. Είναι χαρακτηριστική η τουρλού παράθεση ονομάτων, από τον Κ.Θ. Δημαρά μέχρι την παρέα των «Σημειώσεων»! Αλλά η πιο εξωφρενική και εξοργιστική είναι η αυθαιρεσία περί «παράδοξης παραλληλίας» Αλ. Τσιριντάνη (της «Ζωής», των «Ακτίνων», του υπουργού Δικαιοσύνης των εκλογών της βίας και της νοθείας, του μοναρχοφασισμού, του χουντικού ελληνοχριστιανισμού) με τον Δημήτρη Ραυτόπουλο!

Κι ακόμη δεν πήρε θέση ο Ελληνομέτρης Χ. Γιανναράς… Η ασυνειδησία των αυτοχθόνων με την τόση «ελληνικότητα» είναι ανεξάντλητη.

Η επόμενη παρέμβαση έγινε με το άρθρο της Μυρσίνης Ζορμπά «Ας μιλήσουμε επιτέλους για πολιτισμικές ανισότητες» (συνέχεια εδώ), η οποία τονίζει ότι «πρέπει να πάψουμε να μεταφράζουμε κάθε πολιτισμικό ζήτημα σε τραύμα εθνικής ταυτότητας». Η Μ.Σ. εξηγεί ότι «φόβος απέναντι σ’ αυτό το ενδεχόμενο [πολιτισμικών πολέμων] ανακαλεί σε κάποιους ένα “πατριωτικό” σύνδρομο και ξεκινούν σταυροφορία προς υπεράσπιση των αξιών που πιστεύουν πως κινδυνεύουν (συνέχεια, ταυτότητα, σύμβολα, σύνορα κάθε είδους)». Και οδηγείται στο συμπέρασμα ότι «όσοι επιμένουν να κλαίνε τη Ρωμιοσύνη μπορούν να απολαμβάνουν το πένθος τους, αλλά πρέπει να ξέρουν ότι αυτό έχει κοινωνικό κόστος και γίνεται δημοσία δαπάνη». Για να φτάσουμε στο σημείο να έχουμε λιγότερες προκαταλήψεις και περισσότερη ανταλλαγή, ώσμωση, «πρέπει να θάψουμε, επιτέλους, τους νεκρούς και να πάψουμε να μεταφράζουμε κάθε πολιτισμικό ζήτημα σε τραύμα εθνικής ταυτότητας. Εκεί έξω πρέπει να δοθούν οι λύσεις της ανανέωσης των πολιτισμικών μας οριζόντων και όχι στην αριστοκρατική αυλή ενός πεθαμένου από καιρό ηγεμόνα» (Τα Νέα, 12.4.2008).

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: