To όπιο του σύγχρονου ελληνισμού (V)

συνέχεια

Συνέχεια στον διάλογο με το άρθρο του Δημοσθένη Κούρτοβικ «Δεν είμαι ελληνικός, είμαι Έλληνας!» (Τα Νέα, 17.5.2008). Αναφερόμενος στον περίφημο διάλογο Σεφέρη – Τσάτσου γύρω από την ελληνικότητα σημειώνει: «Για τον ένα η ελληνικότητα ήταν η αφετηρία· για τον άλλο ήταν το τέρμα. Για σκεφτείτε: η ελληνικότητα ως αφετηρία και τέρμα! Δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουμε από αυτή την προβληματική, να θέσουμε άλλου είδους ερωτήματα σε σχέση με τον εαυτό μας και τον κόσμο!». Και δικαιολογημένα βρίσκει ολοένα πιο ανούσια τη συζήτηση γύρω από την εθνική ταυτότητα: «Με απασχολεί το ποιος είμαι, με απασχολεί το ποιοι είμαστε ως κοινωνία και ως κουλτούρα, αλλά αισθάνομαι πως δεν θα το βρω προτάσσοντας το επίθετο “ελληνικός”. Δεν είναι, ούτε θα μπορούσε να είναι, ότι το αποποιούμαι. Αλλά βαρέθηκα να το βλέπω να λειτουργεί σαν το καλβινικό δόγμα της προεπιλογής των εκλεκτών του Θεού, όπου η ζωή και οι πράξεις μας επιβεβαιώνουν απλώς μια αυθαίρετα προειλημμένη απόφαση για τη μοίρα μας.

Αγάπησα, όπως πολλοί, την περίφημη ρήση του Καβάφη “εγώ δεν είμαι Έλληνας, είμαι ελληνικός” και βέβαια καταλαβαίνω το νόημα που της έδινε, τις ιδέες από τις οποίες ήθελε να αποστασιοποιηθεί. Αναρωτιέμαι, όμως, μήπως είναι καιρός να την αντιστρέψουμε».

Μετά το 1974, «ένας “κανονικός” πια εθνικός βίος φανέρωσε ότι είμαστε ένας “κανονικός” λαός, λίγο-πολύ σαν όλους τους άλλους, με ιδιαιτερότητες ασφαλώς, με συμπαθητικές και αντιπαθητικές πλευρές, αλλά χωρίς γονίδια εκλεκτής φυλής, χωρίς προμηθεϊκή δημιουργικότητα και έμφυτη τάση προς το Υψηλό. Αν αλλοτριωθήκαμε, όπως λέγεται κατά κόρον, αλλοτριωθήκαμε επειδή μας άρεσε, επειδή ήταν στη φύση μας ή στη φύση της ιστορίας μας. Και αν πάψουμε για μια στιγμή να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, θα ομολογήσουμε ότι δεν θα δεχόμασταν ούτε με σφαίρες να γυρίσουμε πίσω για να ξαναβρούμε την εθνική “αυθεντικότητά” μας εκεί που τη χάσαμε. Λέει πολλά το προφίλ των πιο ανελέητων χλευαστών της “ευρωλιγούρας”, των πιο πυρίπνοων τυμπανοκρουστών κατά της παγκοσμιοποίησης και της νέας τάξης. Οι περισσότεροι έχτισαν καριέρες και απολαμβάνουν περιουσίες χάρη σε ό,τι καταγγέλλουν με μανία: σύμβουλοι ξένων ινστιτούτων στρατηγικών μελετών, αστέρες των μίντια και του λάιφ στάιλ, διευθυντικά στελέχη διαφημιστικών εταιρειών, πανεπιστημιακοί που αρμέγουν κονδύλια από την απεχθή τους Ευρωπαϊκή Ένωση». Και καταλήγει: «Τώρα που η λογοτεχνία μας έπαψε επιτέλους να ασχολείται με το ερώτημα πόσο ελληνική είναι, μπορεί να αρχίσει να αναζητά τη θέση της στον κόσμο ως ελληνική λογοτεχνία!».

Διάλεξη με θέμα «Unbuilding the Acropolis in Greek Literature» θα δώσει στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στις 27 Μαΐου (ώρα 7 μ.μ.) ο Καθηγητής Βασίλης Λαμπρόπουλος. Πού αλλού θα του επιτρεπόταν παρά στη βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών; Φυσικά τον Κώστα Γεωργουσόπουλο δεν τον ρώτησαν! Τον ενημέρωσε κανείς ότι ο Β. Λαμπρόπουλος εκτελεί διατεταγμένη αποστολή, ότι οι «πετρελαιάδες σπόνσορες» έστειλαν τον «εθνοκτόνο δολοφόνο με το πριόνι» για να γκρεμίσει την Ακρόπολη; Για να πάει να φυλάξει τις σκαλωσιές και τα υποστυλώματα, εν ανάγκη να την πάρει και στους ώμους του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: