To όπιο του ελληνισμού (VI)

συνέχεια

Στο σταθερό ερωτηματολόγιο στη στήλη «Πατριδογνωσία» της Άννας Γριμάνη (στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής) απάντησε ο Γιώργος Βέλτσος στις 6.7.2008. Την ίδια Κυριακή όμως υπήρχε και μια άλλη συνέντευξή του στο περιοδικό ΒΗΜΑgazino, όπου δυστυχώς κολάκευε τους φοιτητές που ασκούν βία, υπονομεύοντας και διαλύοντας τα πανεπιστήμια. Αναγνωρίζει, λέει, στην «κινηματική αριστερά» την πρωτόγονη και βίαιη έκφραση, αποφαινόμενος ότι «είναι ηλίθιοι αυτοί που λένε να καταδικάσουμε την βία. Δεν μπορεί να υπάρξει αλλαγή αν δεν υπάρξει βία». Από τον Σαρτρ μέχρι τον Ντεριντά και την Αυλή του Κ. Σημίτη (η πρακτική στήριξης του οποίου εσχάτως –Τα Νέα, 19/6–, του «θυμίζει χούντα»!) ο Γ. Βέλτσος πουλάει αριστεροσύνη και την εικόνα του οργανικού τάχα μου διανοούμενου, με τόση επιτήδευση, με τόσο ναρκισσισμό. Ωστόσο, δεν τον θυμούμαι να πουλάει τζάμπα πατριωτισμό στους «πελάτες» του, όπως το συνηθίζουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοί του.

Παραθέτω τη συνέντευξή του στο «Κ»:

 

Γιώργος Βέλτσος*

«Κανείς σ’ αυτόν τον τόπο δεν παραμένει για πολύ φίλος ή εχθρός με κανέναν»

 

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Είναι απερίφραστα ένα ιδεολόγημα που εγκλείει ένα είδος ιδεοληπτικής νεύρωσης, πολλαπλώς κερδοφόρου σε χρήμα (μεταφράσεις), σε είδος (δωράκια) και σε αξιώματα (Ακαδημία Αθηνών). Είναι, επιπλέον, η αντανάκλαση που παρέχει την προβολή της ανάδελφης ολότητάς μας στον ίδιο τον στερημένο μας εαυτό. Τέλος είναι μια ομιλούσα φαντασίωση που οι επιτήδειοι την μετέτρεψαν σε καθομιλουμένη. Δείτε, παρακαλώ, πώς απαντούν οι ιδεοληπτικοί που υποκαθιστούν με μια συμβολική διαμεσολάβηση, μια φαντασιακή υπεραφθονία μέσα στην οποία εισάγουν διαστρεβλωμένη την Ελλάδα, υπό μορφήν πευκοβελόνας. Αμφιβάλλω εάν πρόκειται για γνώση της πατρίδας (πατριδογνωσία) ή για άγνοια που εξισώνει ένα τραγούδι του Μίμη Τραϊφόρου («Λίγα πεύκα, λίγα μάρμαρα λευκά») με ένα τραγούδι του Σούμπερτ. Καταλήγω: η δυσκολία για τους Έλληνες (και η ευκολία) να προσεγγίσουμε την «ελληνικότητα» έγκειται, παραδόξως, στο ότι τοποθετείται ακριβώς στο επίπεδο της κατανόησης. Αυτό όμως συμβαίνει και με την παράνοια.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Ένα μυγόχεσμα στο βορινό παραθύρι στο «χωριό» του πάππου μου. Στο παιδικό μου μυαλό, φάνταζε –contre lumière– σαν ο γεωφυσικός χάρτης της Ελλάδας.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Του Λαζόπουλου στα DVD του ΑλΤσαντίρι που μοιράζει η Γιάννα στον «Ελεύθερο Τύπο». Του Θανάση Βαλτινού στην Ακαδημία Αθηνών.

Αυτό που με χαλάει.

Ότι αναγκάζομαι να απαντήσω ειρωνικά στις ερωτήσεις σας, ενώ θα έπρεπε να σωπάσω. Αλλά να που για άλλη μια φορά, προκειμένου οι ενστάσεις μου να είναι κοινωνήσιμες, επικαλούμαι τον Νίτσε για την περίπτωση «εκείνου του θεού που όταν θέλησε να γίνει μοναδικός θεός, οι άλλοι θεοί πέθαναν από τα γέλια»…

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα;

Την ερώτηση έχει απαντήσει ο κύριος Νίκος Δήμου («Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας»).

Παράγει πολιτισμό ο Έλληνας ή παραμένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Ο τελευταίος Έλληνας που «παρήγαγε» (αλλά γιατί αυτό το ρήμα;) πολιτισμό είναι ο Γιάννης Μόραλης. Εδώ και 30 χρόνια, εις πείσμα του κατεστημένου ελληνοκεντρισμού, προάγει έναν ελληνικό μοντερνισμό πέραν της ελληνικότητας.

Με ποια ταυτότητα οι Έλληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Με την παλαιά ταυτότητα: αυτή στην οποία αναγραφόταν υποχρεωτικά το θρήσκευμα.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Γιατί δεν είμαστε περισσότερο Έλληνες, δηλαδή, όπως σημειώνει ο Νίτσε, «επιπόλαιοι από βάθος»; Το πρέπει που δεν μπορώ να πετάξω είναι ότι οφείλω να είμαι Έλληνας απέναντι στη γλώσσα μου, που δεν τη μιλώ, αλλά με μιλάει.

Ο Έλληνας ποιητής μου.

Απαντώ, επαναλαμβάνοντας αυτό που είπε ο Αντρέ Ζιντ, όταν ερωτήθηκε ποιος είναι ο μεγαλύτερος Γάλλος ποιητής: «Helas, Victor Hugo» (δυστυχώς, ο Βίκτωρ Ουγκώ). Επιτρέψτε μου, λοιπόν, την παραλλαγή «Ελλάς, ο Γιώργος Σεφέρης». Αντίθετα με τους τρεις μεγάλους ποιητές μας που δεν ήξεραν Ελληνικά, ο τετραπέρατος αυτός Σμυρνιός γνώρισε τη γλώσσα του και την ποίησή του μέσα από τον Λαφόργκ, τον Βαλερύ και τον Τ. Σ. Έλιοτ.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η λήθη. Κανείς εδώ δεν παραμένει για πολύ φίλος ή εχθρός με κανέναν.

Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Η Βάρης – Βουλιαγμένης στα Βλάχικα. Η Εθνική στον Μαλιακό με τις εκατόμβες προ των μνημείων του Λεωνίδα και του Αθανασίου Διάκου.

 

(*) Ο Γιώργος Βέλτσος είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και η τελευταία ποιητική συλλογή του «Ησυχία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος.

 

Στον περί Ελληνικότητας «διάλογο» έλαβε μέρος και ο Αλέξης Ζήρας από τις σελίδες του περιοδικού Διαβάζω (τχ. Ιουλίου-Αυγούστου 2008). Το κείμενό του έχει τίτλο «Θεωρία ή θεωρεία;»:

 

Ο φιλολογικός καβγάς ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, ο ιδεολογικός καβγάς, αν δεν φτάνει στη σωματική βία, αλλά κάποια φορά και με τη συνοδεία της, δεν είναι αυτόχρημα κακό πράγμα. Υπάρχουν αρκετά περιστατικά από τα χρονικά της εποχής του ρομαντισμού που αφηγούνται κρίσιμες διενέξεις με αφορμή ιδέες ή αντιτιθέμενες φιλοσοφικές και πολιτικές θέσεις, η δυναμική των οποίων κάποια στιγμή ξέφευγε από το χώρο των συζητήσεων και κατέληγε να εμπλακεί περί το λυκαυγές σε αυτοσχέδιες ή τελετουργικά στημένες μονομαχίες! Παρακολουθώντας λοιπόν από τον περασμένο Φεβρουάριο τη μάχη χαρακωμάτων –για να της δώσω ειρωνικά έναν πιο ευγενή χαρακτηρισμό– μεταξύ δυο λογίων ή, μάλλον, μεταξύ δυο φαντασιακών κοινοτήτων όπου, στο βάθος, η μια υπερασπίζεται θεωρητικά το ύφος της επιχειρηματολογίας με το οποίο την αντικρούει η άλλη σκέφθηκα, με ενδόμυχη αγαλλίαση ομολογώ, ότι μια ανάλογη μονομαχία Κώστα Γεωργουσόπουλου – Βασίλη Λαμπρόπουλου θα ήταν επί του πρακτέου όλα τα λεφτά! Ιδίως αν η μονομαχία γινόταν σε τόπους με ποικίλους συμβολισμούς, όπως, λόγου χάριν, η Αγία Λαύρα, οι Δελφοί και η Ακρόπολη.

Γύρω από την έννοια της θεωρίας, η οποία άλλοτε, προ εικοσαετίας, είχε ως συνήθη προσδιορισμό του αντικειμένου της τη λογοτεχνία, αλλά στο μεταξύ είδε ότι της έγινε στενός κορσές και την ξεφορτώθηκε, υπάρχει μια ακατανόητη για μένα ελληνική ψύχωση. Υπερασπιστική και απορριπτική, αλλά σχεδόν πάντοτε σχετική με το πανεπιστήμιο και ιδίως τον ασαφή και αχανή χώρο των σπουδών του ανθρώπου, από τη φιλοσοφία ως την ιστορία, την ψυχανάλυση, τον φεμινισμό ή τη μελέτη της κουλτούρας των μειονοτικών ομάδων. Ωστόσο, σημασία δεν έχει εδώ το αντικείμενο των σπουδών όσο ο υποτίθεται αποδομητικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζονται, ένας τρόπος φαινομενικά αμέθοδος, αναθεωρητικός, συγκεχυμένος, αλλά στην ουσία έντονα δογματικός, εριστικός και αφοριστικός. Όχι επειδή, όπως λένε οι ακόλουθοι της θεωρίας, επιζητούν έτσι να φέρουν τ’ απάνω κάτω και να μας κάνουν να δούμε διαφορετικά αυτό που νομίζαμε διαχρονικά αμετακίνητο αλλά γιατί κατά βάθος υπερασπίζονται την υπόθεση ενός λόγου ο οποίος διψάει για εξουσία και είναι το ίδιο βουλιμικός με οποιονδήποτε άλλο λόγο που θέλει να επιβληθεί στον ήδη κρατούντα για να έρθει στο θρόνο του. Ενδεχομένως, θα υπάρξουν κάποιοι θεωρητικοί του «μετα-» που όταν διαβάσουν τα παραπάνω θα καταφύγουν στο γνωστό καταφύγιο της έτοιμης εξήγησης, με την οποία δικαιολογούν κάθε νόσο της συλλογιστικής τους και κάθε παρεπόμενη μαλακία: ότι η αντίσταση στο «καινούργιο» προέρχεται από τα φοβικά σύνδρομα! Αν κάποιος διέτρεξε κάποια από τα άρθρα που εν χορώ έσπευσαν να δημοσιεύσουν, εντύπως και ηλεκτρονικώς, οι εξ Αλβιώνος και Αμερικής ορμώμενοι, υποθέτω ότι θα διαπίστωσε αμέσως πως συνέκλιναν όλα σε τούτο: στο ότι έρχονται ως νέοι ευαγγελιστές να αλλάξουν μια Ελλάδα ετερόφοβων ελληναράδων, κολλημένων στην παράδοση, στις ζεϊμπεκιές, στο τσάμικο και σε μια αληθειακή νοοτροπία που αναγνωρίζει έναν και μοναδικό τρόπο πρόσληψής της, τον εθνοκεντρικό. Με λίγα λόγια, ανάγουν και ανάγονται σε μια ουτοπία, σε έναν άφθορο τόπο, σε μια κοινωνία μονοδιάστατη που ασφαλώς είναι ανύπαρκτη, γιατί απλούστατα αυτό τους βολεύει ή, το χειρότερο, αυτό μόνο προλαβαίνουν να μάθουν από τις θερινές τους διακοπές παρά θιν’ αλός. Όμως, ανάγουν και ανάγονται όχι μέσω μιας συσχετικιστικής, κριτικής και ιστορικιστικής στρατηγικής, όπως ορισμένοι διατείνονται, αλλά, όπως είδαμε στα περί Μακεδονικού πρόσφατα δημοσιεύματα ή στις μελέτες που συντάσσονται με τις γυναικείες σπουδές, μέσω δογματικών νεφελωμάτων, μέσω υπερερμηνειών, μέσω αναγωγών στο κανονιστικό αποδομητικό απόλυτο, μέσω τελικά της αμετακίνητης σε όλους και όλες αρχής ότι το εντόπιο (ποιο δηλαδή;) ευνοεί την καθυστέρηση, ερχόμενο σε σύγκρουση με το προοδευτικό (ποιο δηλαδή;) που πάντοτε έρχεται ως επιφοίτηση του εσπερίου φωτός από «κάπου αλλού». Ας πούμε, από τον μακαρίτη Ζακ Ντερριντά, τον Χόμι Μπάμπα ή τα μαρξιστικά, ενοχικά αδιέξοδα του Τέρρυ Ήγκλετον, την αντιφατικότητα των θέσεων του οποίου (κάθε βιβλίο του εδώ και κάμποσα χρόνια ανατρέπει όσο ανέφερε το προηγούμενο) έχουν σε ιδιαίτερη εκτίμηση οι απανταχού της θεωρίας.

Απέναντι σε μια τέτοια ιδεοληπτική στρατηγική, που, εν παρόδω, δεν είναι ενιαία αλλά πολυκέφαλη, οι παράφορες θυμικές εκρήξεις του Κώστα Γεωργουσόπουλου –ο οποίος, εδώ και αρκετά χρόνια, είναι γνωστό πως αυτοπαγιδεύεται στην ταχυφλεγή ρητορική του– αποτελούν εύκολη λεία. Γιατί οι κατηγορίες περί συνωμοσίας και οι προσωπικές ύβρεις συσκοτίζουν και προσφέρουν κάλυψη στα αναρίθμητα ασθενή σημεία και εξωφρενικά επιχειρήματα μιας επιστημολογικής αντίληψης που πάσχει από τη διγλωσσία των μαθητευόμενων μάγων της. Λόγου χάριν, από τη μια πλευρά δημιουργεί κείμενα κατεξοχήν «ανοικτά», όπως αυτά του Βασίλη Λαμπρόπουλου ή του Δημήτρη Δημηρούλη στο λίγο ασυμμάζευτο αφιέρωμα των «Αναγνώσεων» της Αυγής, «Θεωρία, λογοτεχνία, αριστερά», ενώ, από την άλλη, αυτοί οι ίδιοι οι θιασώτες της, όταν θέλουν να πείσουν για την αντοχή των θέσεών τους, μετέρχονται –στην πρόσφατη έκδοσή του για τον Σολωμό ο πρώτος, στον τόμο Το κείμενο και οι παρυφές του. Μετα-δομιστικές προσεγγίσεις στην ελληνική λογοτεχνία του 20ού αιώνα (1985) ο δεύτερος– τους πιο συνήθεις τρόπους επιχειρηματολόγησης αλλά και τη λογική που τους διέπει. Και βεβαίως εδώ θα μπορούσα να προσθέσω μια σειρά άλλων, όπως, π.χ., τον Δημήτρη Τζιόβα, την Πέπη Ρηγόπουλου, τον Δημήτρη Παπανικολάου, οι οποίοι διατείνονται ότι ξαναδιαβάζουν τη λογοτεχνία ή τις πολιτισμικές θεωρίες διαφορετικά και ρηξικέλευθα, ενώ, αν θελήσουν να βγάλουν κάποια στιγμή τις παρωπίδες τους, θα μπορέσουν ίσως να δουν ότι νέες και ρηξικέλευθες αναγνώσεις, ακόμα και μ’ αυτήν την «κεντρομόλο εθνική παιδεία» που διαθέτουμε, γίνονται διαρκώς! Από την εποχή του Τέλλου Άγρα και του Δημήτρη Νικολαρεΐζη. Αλλά, είπαμε, ο καθείς με την επανάστασή του.

 

Τέλος, παραθέτω το link μιας ενδιαφέρουσας συνέντευξης που έδωσε ο Βασίλης Λαμπρόπουλος και δημοσιεύθηκε με τίτλο «Είμαστε ευλογημένοι να τυραννιόμαστε», στην Καθημερινή της 27.6.2008.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: