Με σημαία ευκαιρίας

Σεπτεμβρίου 1, 2008

Οι απαντήσεις του Νάνου Βαλαωρίτη στις τυποποιημένες ερωτήσεις της Άννας Γριμάνη περί Ελληνικότητας στο «Κ» της Καθημερινής, 31.8.2008:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Η Ελληνικότητα είναι αξία…

Αύγουστος 31, 2008

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


Το DNA των Ελλήνων

Αύγουστος 16, 2008

Ο ένας στο χώμα, ο άλλος στη φυλακή, η τρίτη στη ντόπα

Σήκω, Χριστόδουλε, να καμαρώσεις τα πνευματικά παιδιά σου, να ευλογήσεις πάλι το μοναδικό DNA τους! Άγιε Παντελεήμονα Μπεζενίτη, προσευχήσου για τα τέκνα σου! Το σημαντικό δεν είναι το ελληνικό ρεκόρ ντοπαρισμένων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου. Το σημαντικό δεν είναι η ιδιάζουσα θρασύτητα της –λοχαγού του ελληνικού στρατού– Κατερίνας Θάνου, η οποία, αφού «το αθλητικό πνεύμα και το Ολυμπιακό Ιδεώδες γεννήθηκαν στην πατρίδα μου» όπως είπε, και… «δικαιωμένη» καθώς είναι θα… μηνύσει την ΔΟΕ, αφού πρώτα διά του νομικού συμβούλου της πουλούσε τσαμπουκά. Το σημαντικότερο είναι ότι μάθαμε ορισμένα άγνωστα μέχρι τώρα βασικά συστατικά του DNA των Ελλήνων, ότι λ.χ. περιέχει μεθυλτριενολόνη και άλλες τέτοιες ουσίες. Κι αυτό χάρις στη Φανή Χαλκιά, εκείνη ντε που έλεγε πως είναι στα κύτταρα των Ελλήνων η πρωτιά, ότι είναι γεννημένοι για να είναι πρώτοι και τώρα πιάστηκε από την WADA ντοπαρισμένη. Πού είσαι, Χριστόδουλε, να καταγγείλεις τη «συνωμοσία» σκοτεινών δυνάμεων, στο DNA των οποίων είναι ο φθόνος για την ανωτερότητα και τα κατορθώματα των Ελληνορθόδοξων. Το σημαντικό είναι πως τα κορυφαία σύμβολα του ελληνικού εθνοχουλιγκανισμού αποκαλύφθηκε ότι ήταν μέσα στην ντόπα. Είναι ευκαιρία να θυμηθούμε εκείνες τις δηλώσεις της Φ. Χαλκιά το 2004 και τους επαίνους του Χριστόδουλου και του έγκλειστου τώρα στις Φυλακές Κορυδαλλού μητροπολίτη Παντελεήμονα, αλλά και την προτροπή του «μακαριστού» να συγκαλυφθούν οι απάτες, πράγμα που η ελληνική πολιτεία έπραξε όσο μπορούσε. Και, τέτοια που είναι, τους ξανάστειλε στους Αγώνες του Πεκίνου. Παραθέτω δυο σελίδες που περιέχουν όλα αυτά τα αίσχη από το βιβλίο Μανώλης Βασιλάκης Η Μάστιγα του Θεού.

Η μόδα των χαμένων πατριωτών

Αύγουστος 12, 2008

Θερμότατα συστήνω το θαυμάσιο κείμενο του Νίκου Δαββέτα «Η μόδα των “χαμένων πατρίδων”» (Ελευθεροτυπία, 10.8.2008), που περιγράφει με τρόπο καίριο τι κουβαλάνε στα μυαλά τους οι Ελληνορθόδοξοι. Απολαύστε το με ένα κλικ. Ωστόσο τις πάντα ενδιαφέρουσες απόψεις του Θάνου Βερέμη ο οποίος απάντησε στο τυποποιημένο ερωτηματολόγιο της Άννας Γριμάνη στο «Κ» της Καθημερινής (10.8.2008) δεν θα τις βρείτε στο Ίντερνετ, γι’ αυτό τις παραθέτω εδώ:

 

«Η ελληνική λεβεντιά διαρκεί όσο και οι παπαρούνες της άνοιξης»

 

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Ο συναισθηματικός κόσμος συγχρονίζεται με τη συνείδησή μας. Οι πρώτες μου αναμνήσεις χτίζονται πάνω σε γαλανόλευκες γιορτές, οβελίες και βεγγαλικά. Εικόνες, ήχοι, μυρουδιές και γεύσεις συνθέτουν την πιο εύφορη ηλικία της μνήμης μου. Αυτή η ελληνικότητα που «αισθηματοποιήθηκε ολόκληρη για μένα» θα με συνοδεύει, είτε το θέλω είτε όχι, ως το τέλος του βίου μου.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα;

Το γλυκύτατο, εφήμερο ελληνικό έαρ.

Η υπέροχη εκδοχή του Έλληνα.

Η λεβεντιά που διαρκεί όσο και οι παπαρούνες της ελληνικής άνοιξης.

Αυτό που με χαλάει.

Ο αυτισμός και η μετριότητα που εκτρέφουν χωρίς εξαίρεση τα πολιτικά μας κόμματα.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα;

Προσόν όταν αισθάνεσαι χαμένος στην ανωνυμία της παγκοσμιοποίησης, μειονέκτημα όταν μετέχεις στην καθημερινότητα της ελληνικής δημοσιοϋπαλληλικής γραφειοκρατίας.

Παράγει πολιτισμό ο Έλληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Η ρητορική ελληνικότητα παρηγορεί όσους δεν παράγουν πολιτισμό. Οι δημιουργοί δεν επικαλούνται την ελληνικότητα γιατί την ανακαλούν με το έργο και το παράδειγμά τους. (Ο Μόραλης, ο Σαββόπουλος, ο Βογιατζής, ο Κιτρομηλίδης είναι μερικοί από αυτούς που ο καθένας με τον τρόπο του παράγει πολιτισμό σήμερα). Με μια ισχυρή αντίληψη ταυτότητας την οποία πιστοποιεί αυτή η παμπάλαια μουσική της γλώσσας μας.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Ένα «γιατί» που είναι σήμερα στη σκέψη όλων: «Γιατί μέσα στη Σύγκλητο μια τέτοια απραξία; Τι κάθονται οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούν;». Θα πέταγα όλα τα «πρέπει» που παπαγαλίζουν τα παιδιά στα σχολεία και οι φοιτητές – πολιτευτές στα πανεπιστήμια. Τα «πρέπει» που ευθύνονται για την ξύλινη γλώσσα και την απουσία σκέψης στο δημόσιο λόγο.

Ο Έλληνας ποιητής μου.

Από τους τρεις μεγάλους ποιητές που ανακάλυψαν αργά τη γλώσσα μας και μαζί τη συνείδησή τους προτιμώ τον Αλεξανδρινό.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Όσο πιο γρήγορα αποβάλουμε τον κλεφταρματολικό αταβισμό μας και γίνουμε κοινωνία των πολιτών, τόσο πιο γρήγορα θα βρούμε τη λύτρωση από τον μετριοκρατικό, επαρχιώτικο και αδηφάγο αυτισμό μας.

Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Ο οδός που ακολουθούσαν ο Πλάτων, ο Γκρέκο, ο Κοραής, ο Ωνάσης. Η εσωτερική διαδρομή που γίνεται οδικός χάρτης για όλους τους ανθρώπους, διανοούμενους, δημιουργούς και εξερευνητές του κόσμου.

* Ο καθηγητής Θάνος Βερέμης είναι πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας.


Ο Τραμπούκος με τις Τιράντες και οι «Γραικύλοι»

Ιουλίου 19, 2008

Είχα αναδημοσιεύσει πριν από μια εβδομάδα ένα έξαλλο κείμενο του Παλικαρά με τις Τιράντες στην ανάρτηση «Το “πνεύμα” του Τραμπούκου», αποδίδοντας έτσι το πραγματικό πνεύμα του τίτλου της στήλης του Κ. Γεωργουσόπουλου («Το πνεύμα του τόνου»), υποσχόμενος να αναδημοσιεύσω κάποια ακόμη δυσεύρετα υβρεολόγιά του.

[Να σημειώσω επίσης έναν από τους πρόσφατους τσαμπουκάδες του, επ’ ευκαιρία του θέματος της έκθεσης στις εισαγωγικές εξετάσεις, οπότε έγραψε το «Προς Τσακλοκούδουνο» (Τα Νέα, 11.6.2008). Το μέγεθος της σαχλαμάρας και του τραμπουκισμού του Γεωργουσόπουλου φαίνεται από τις δυο επιφυλλίδες του Δημήτρη Μαρωνίτη: «Παραχάραξη» (Το Βήμα, 15.6.2008) και «Λαθροχειρία» (Το Βήμα, 22.6.2008), στηριγμένες στο εξαιρετικό άρθρο του φιλόλογου Γιάννη Μαργιούλα «Ο Σεφέρης και η Παράδοση», ο οποίος αποκάλυψε τη λαθροχειρία που έγινε στο κείμενο του Σεφέρη].

 

Ένα από τα μόνιμα θύματα του τραμπουκισμού του Κ. Γεωργουσόπουλου είναι ο Καθηγητής Βασίλης Λαμπρόπουλος, τον οποίο παρακολουθεί και καταδιώκει εδώ και πολλά χρόνια. Σ’ αυτόν είχε αφιερώσει τη σειρά «Γραικύλοι» Α΄, Β΄ και Γ΄ το 1994, και πολλά άλλα υβρεολόγια, από τα οποία παραθέτω μόνο δύο, πολύ πριν υψώσει τον τόνο του… πνεύματός του ο παντοτινός πνευματικός αρχηγός των ακραιφνών Ελλήνων Χριστόδουλος. Ήταν ο Γεωργουσόπουλους όμως ο πρώτος και ορισμένοι άλλοι εθνικόφρονες ομότεχνοί του που υπέδειξαν στο παπαδαριό και στα πάσης φύσεως εθνίκια καινούργιους εχθρούς του Ελληνισμού, τους «οικουμενικούς έλληνες» ή «οικουμενιστές».

 

Απάντηση Β. Λαμπρόπουλου

 

Ο Β. Λαμπρόπουλος, αντί «να βγάλει το σκασμό», όπως του συνιστά ο Γεωργουσόπουλος, στο εκτενέστατο άρθρο του «Η δυναμική των Νεοελληνικών Σπουδών στην Αμερική» («Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 18.7.2008) εκτός των άλλων περιγράφει τι υφίστανται διαπρεπείς επιστήμονες του εξωτερικού από τους συμπλεγματικούς ημιμαθείς χωριάτες των Αθηνών, προεξάρχοντος φυσικά του Τραμπούκου με τις Τιράντες. Παραθέτω ένα απόσπασμα και συνιστώ να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο:

«Αντιμέτωποι με τον “εξευτελισμό του δημόσιου διαλόγου” και τον “τον πιο νεάντερταλ αντιαμερικανισμό του δρόμου”, επιφανείς πανεπιστημιακοί και από τις δύο μεριές του Ατλαντικού έχουν δικαίως ζητήσει μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια, κυρίως επειδή η κρατούσα ρητορική της πολεμικής είναι ο τσαμπουκάς. Η κριτική ως τσαμπουκάς δεν καταδέχεται να επιχειρηματολογήσει (τα επιχειρήματα είναι για τους αδυνάτους) ή να φιλοσοφήσει (η φιλοσοφία είναι για τους ανέραστους). Ο τσαμπουκάς ξηγιέται. Ούτε έχει καιρό για τις πολυτέλειες ενός διαλόγου: σπεύδει να μετατρέψει κάθε άτυχο συνομιλητή σε αντίπαλο υποψήφιο για κατατρόπωση. Δεν ακολουθεί συμβάσεις, όπως η ανταλλαγή ιδεών ή η δημόσια ευπρέπεια. Ο τσαμπουκάς καρπαζώνει όποιον βρει μπροστά του για να επιβραβευθεί με το χάχανο των τζαμπατζήδων. Είναι άκρατα επιθετικός επειδή τον ενδιαφέρει να βγαίνει πάντα κερδισμένος. Τέλος, η κριτική ως τσαμπουκάς προσβάλλει, ταπεινώνει, εξευτελίζει, υπονοώντας: “Αν νομίζετε πως έχω κυλισθεί στον βόρβορο, περιμένετε να δείτε πόσο εσμό είμαι ακόμη έτοιμος να επιστρατεύσω. Κι αν με θεωρείτε αήθη, θα σας δείξω πως είμαι ουτιδανός”. Ο τσαμπουκάς υπερθεματίζει σε ποταπότητα, αποστομώνοντας κάθε αντίπαλο με τον οχετό της αυτάρεσκης χυδαιότητάς του».

[Το αφιέρωμα της «Βιβλιοθήκης» με τίτλο «Οι Νεοελληνικές Σπουδές ανά τον κόσμο» ανοίγει το κείμενο «Η διδασκαλία της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό» του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου].

Αλλά νομίζω ότι είναι πολύ χρήσιμο να παραθέσω τη σειρά «Γραικύλοι» (1994) του Κ. Γεωργουσόπουλου, καθώς και τα άλλα δυο κείμενά του για τους «οικουμενικούς Έλληνες» (1996), τα οποία δεν υπάρχουν στο ηλεκτρονικό αρχείο των Νέων.

 

Γραικύλοι Α΄

 

Περίεργα μαντάτα μας μηνούν από την Αμερική μερικοί Έλληνες πανεπιστημιακοί. Πρόσφατα άνοιξε μια οξεία συζήτηση στον ελληνικό Τύπο, με την ευκαιρία που ο κ. Βασίλης Λαμπρόπουλος, καθηγητής στο Οχάιο, νεοελληνιστής, καλλιεργεί την άποψη πως η νεοελληνική λογοτεχνία ως τέτοια δεν έχει μοίρα εκτός Ελλάδας παρά μόνο αν απονευρωθεί από την ιθαγένειά της, αν αποδεσμευθεί από την εθνική της ταυτότητα, αν αφομοιωθεί επιστημονικά από τη συγκριτική φιλολογία· το δόγμα που εξαπολύεται είναι ένας «Ελληνισμός άνευ έθνους»!!

Το καλύτερο που έχουν να κάνουν αυτοί οι κ. Λαμπρόπουλοι είναι να μας αφήσουν ήσυχους κι ας βρουν με τίποτε άλλο να βγάλουν το μεροκάματό τους. Λογοτεχνία Εσπεράντο δεν υπάρχει· τα ρέστα είναι τεχνάσματα για να καλύψουν με θεωρητικολογίες τον γραικυλισμό τους. Η ελληνική λογοτεχνία ή θα επιβληθεί ή θα αναγνωριστεί ή, τέλος, θα απορριφθεί ως ελληνική ή ποτέ και σώσει να χωρέσει μέσα στα θεωρητικά κουτάκια ανθρώπων που ψωμίζονται, ισοπεδώνοντας τη γνησιότητα με την τάχα μου επιστημονική ουδετερότητα.

 

Γραικύλοι Β΄

 

Έγραφα προχθές για τα θεωρητικά φληναφήματα του κ. Λαμπρόπουλου που μας απειλεί από το Οχάιο πως θα μας σιδερώσει τη Λογοτεχνία γιατί, λέει, δεν μπορεί να περνάει ως εθνική και πρέπει να μπει στα καλούπια της επιστημονικής ουδετερότητας. Ο άνθρωπος, όπως φαίνεται, επιστρέφει τα τροφεία του σε κάποιους πάτρωνές του, γιατί αλλιώς θα ήξερε πως ξένοι νεοελληνιστές, που ευτυχώς δεν έχουν τα μυαλά του, προσέφεραν και προσφέρουν πολύτιμη βοήθεια στη Λογοτεχνία μας χωρίς να την ξεγυμνώσουν από την εθνική της ενδυμασία. Ο κ. Λαμπρόπουλος δεν μπορεί ούτε τα πόδια να πλύνει στον Περνό, στο Εσελίνγκ, στον Κνες, στον Ρύπολο, στον Λαβανίνι, στον Μπω-Μποβύ, στον Βίττι, στον Κήλυ, στον Σάμπο, στην Ιλίνσκαγια, στον Μπράουνιγκ, στον Μπουσάρ, για να μην εξαντλήσω τον κατάλογο, όταν παλεύει και κατορθώνει μέσα στην Αμερική να επιβάλει την ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία ο Θανάσης Αναγνωστόπουλος με το Ινστιτούτο του, οι Γραικύλοι το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να βγάλουν τον σκασμό.

 

Γραικύλοι Γ΄

 

Ο παλιός καλός μου φίλος Ανδρέας Κίτσος – Μυλωνάς μου έστειλε μια εισήγηση του κ. Βασ. Λαμπρόπουλου που έκανε στην Σύρο και όπου εκθέτει εν πλάτει τη θεωρία που αυστηρά καυτηρίασα πριν από λίγο καιρό σ’ αυτή τη στήλη.

Ο φίλος μου πιστεύει πως αδικώ τον κ. Λαμπρόπουλο, στον οποίο αποδίδει καλές προθέσεις.

Διαβάζοντας την εισήγησή του ένιωσα ότι δικαιώνομαι περίτρανα γιατί ο κ. καθηγητής στο Οχάιο προτείνει έναν ελληνισμό, με μικρό έψιλον όπως γράφει, απαλλαγμένο από γεωγραφικά, βιολογικά, εθνικά και (άκουσον, άκουσον!) γλωσσικά χαρακτηριστικά. Τώρα για ποια προβολή, ποιου ελληνισμού, και ποιας λογοτεχνίας κοπτόμαστε όταν απουσιάζει η γλώσσα, μόνο ένας πανεπιστημιακός μεροκαματιάρης Αμερικανικού Ιδρύματος θα μας το διδάξει.

Και όλα αυτά όταν διαβάζουμε στο «Βήμα» πως στο Πρίνστον με τρομερές χορηγίες δημιουργείται Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και οι Εβραίοι, και καλά κάνουν, ξοδεύουν εκατομμύρια δολάρια για προβολή της σύγχρονης εβραϊκής λογοτεχνίας και γλώσσας. Αφήνω τους Σκοπιανούς.

Τέρμα. Η ελληνική λογοτεχνία δεν είναι ύλη για θεωρητικά υπερεθνικά αερολογήματα. Ή αξίζει ως καθρέφτης της παρούσης ελληνικής κοινωνίας και ως γλωσσικός κόσμος ή δεν αξίζει.

 

Τεχνάσματα φαιδρά

 

Γνωρίζατε, αγαπητοί φίλοι, πως ο Στραβίνσκι, ο Μπρεχτ, ο Πικάσο, ο Πάουντ είναι Έλληνες; Αν δεν το γνωρίζετε, να το μάθετε από την παρέα του Οχάιο, δυο-τρεις Έλληνες πανεπιστημιακούς εκεί, που στριμωγμένοι και δειλοί από το ηλίθιο «πολιτικώς ορθόν» του αμερικανικού κρετινισμού ανακάλυψαν, λέει, μια νέα ιδεολογία: τον οικουμενικό ελληνισμό. Αυτοί, λέει, περιφρουρούν την ελλαδικότητα και την ελληνικότητα, γιατί και τα δύο αυτά έχουν, ανάγκη από ταυτότητα· εν ολίγοις: διδάσκουν πως για να μελετήσουν τη λογοτεχνία μας δεν έχουν παρά να ανακαλύψουν στοιχεία ελληνισμού (ποια, δεν λένε) μέσα σε όλους τους συγγραφείς, όπου Γης. Ζωγραφίζει Φαύνους ο Πικάσο; Έλληνας· βάζει στίχους της Σαπφούς στα ποιήματά του ο Πάουντ; Έλληνας· διασκευάζει την «Αντιγόνη» ο Μπρεχτ; Έλληνας. Οι μόνοι που δεν είναι Έλληνες είναι – για την παρεούλα του Οχάιο – οι συγγραφείς αυτού του τόπου. Αυτοί πρέπει, λέει, να το αποδείξουν, διότι ο ελληνισμός δεν έχει να κάνει ούτε με φυλή, ούτε με καταγωγή, ούτε με γη, ούτε με χρόνο, ούτε με έθνος, ούτε με κράτος! Ούτε, βέβαια, με γλώσσα. Ελληνισμός, το ψάχνουν ακόμη α άνθρωποι αυτοί, είναι ήθος και πολιτεία που συναρθρώνονται στα αιτήματα παιδείας, δικαιοσύνης, ισονομίας και αρετής, Όποιος, λοιπόν, καταπιάνεται στη γλώσσα του και στη χώρα του (γιατί, βέβαια, ο Στραβίνσκι είναι Ρώσος και μάλιστα φανατικός Σλάβος, ο Μπρεχτ είναι Εβραίος Γερμανός και μαρξιστής, ο Πάουντ Αμερικανός και κατά περίπτωση φασίστας) με τα παραπάνω θέματα, ανακηρύσσεται οικουμενικός Έλληνας, γίνεται ύλη διδασκαλίας των ερίφηδων του Οχάιο και γλιτώνουν από τους επαρχιώτες της Ελλαδίτσας. Θα συνεχίσω.

 

Περί φαντασμάτων

 

Συνεχίζω με τους γραφικούς, ωστόσο επικίνδυνους οικουμενιστές του Ελληνισμού στο Οχάιο. Για να βγάλουν το ψωμί τους, ελπίζω να είναι και τίμιοι τουλάχιστον και να μη ζητούν οικονομική βοήθεια από το υπουργείο Πολιτισμού, μιας χώρας που την έχουν εν συνειδήσει καταργήσει. Γι’ αυτούς Ελλάδα δεν υπάρχει – κι αν υπάρχει κακώς υφίσταται, τέτοιο φρούτο είναι ενοχλητικό, μια κοτσιλιά, που επιμένει να μιλάει και να γράφει ελληνικά και να διεκδικεί μοίρα στον κόσμο. Το μόνο που υπάρχει για τους ατζέντηδες της ιδεολογίας είναι ο Οικουμενικός Ελληνισμός, ένα μεταφυσικό φάντασμα, κάποιες γενικές ιδέες (περί δικαιοσύνης, ισονομίας κ.λπ.), που υπάρχουν διάχυτες στα έργα των απανταχού συγγραφέων. Δεν χρειάζεται να πολυφοβόσαστε, αγαπητοί. Γραφικοί είναι οι άνθρωποι. Βρήκαν ένα παιχνιδάκι της μόδας για να βγάλουν μεροκάματο. Προσπαθούν να αντιτάξουν τον Οικουμενικό Ελληνισμό στον Εβραϊσμό, τον Αφρικανισμό και τον Ισλαμισμό, που πλημμυρίζει με εκατομμύρια δολάρια προπαγάνδας την ηλίθια αμερικανική «πολιτική ορθότητα». Ήδη, ο Αφρικανισμός διεκδικεί τον Σωκράτη, τον Αριστοτέλη για πάρτη του. Και νομίζουν τα νανάκια του Οχάιο πως σ’ αυτήν την προπαγάνδα θα απαντήσουν με ένα θολό κατασκεύασμα, αγνοώντας άλλη μια φορά – μαζί με όλο το παγκόσμιο οργανωμένο κατεστημένο – έναν συγκεκριμένο, ιστορικά παρόντα, γλωσσικά ώριμο, πολιτιστικά αυτόνομο ελληνικό λαό.

 


Το… «πνεύμα» του Τραμπούκου

Ιουλίου 12, 2008

Αναδημοσιεύω από τη στήλη «Το πνεύμα του τόνου» του Παλικαρά με τις Τιράντες ένα παλιότερο υβρεολόγιό του με τίτλο «Το ποιόν μιας έδρας» (Τα Νέα, 22.2.2002), επιφυλασσόμενος να αναδημοσιεύσω και τα «Γραικύλοι» (σε συνέχειες: Γραικύλοι Α΄, Β΄, Γ΄):

 

«Νάτα μας! Ο θρασύτατος, καλή τη μοίρα αναρριχηθείς, τις οίδε με ποιες διασυνδέσεις, ως καθηγητής στην Έδρα Καβάφη στην Αμερική μεταμοντέρνος λαπάς Λαμπρόπουλος τα βάζει τώρα, κατειρωνευόμενος, με τη μεγάλη σχολή νεοελληνικών σπουδών της Αγγλίας: Μπίτον, Μάγκριτς, Ρικς, Τζιόβας κ.ά.! Τους κατηγορεί ο ερίφης γιατί είναι ελληνοκεντρικοί, επειδή δηλαδή ανιχνεύουν τεκμήρια της λογοτεχνικής μας περιπέτειας στην ιστορία και στα κοινωνικοπολιτικά μας συμφραζόμενα. Για την αμερικανική αποδομητική λέχρα ο Καβάφης, λέει, δεν είναι Έλληνας αλλά ελληνικός (παρά τον ένδοξό του βυζαντινισμό). Είναι, λέει, οικουμενικός και ομοφυλόφιλος (λες και κάθε ομοφυλόφιλος είναι και καλός ποιητής!) τόσο, που όπως φαίνεται αυτό το αμειβόμενο με ελληνικό συνάλλαγμα (;) χαμαντράκι της λογοτεχνικής πανίδας έχει παρεξηγήσει περί ποιας Έδρας Καβάφη πρόκειται. Αλλά ας πάει να κουρεύεται, όχι όμως και να βάζει στο στόμα του τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη και, στον θεό σου, τον Κάλβο (ο ΒΛΑΞ), για να υποστηρίξει τον ηλίθιο πολυπολιτισμικό του αχταρμά. Δηλαδή, τον άνοστο χυλό που παράγουν οι ομοιοί του στο μίξερ των πολυεθνικών παραγωγών πολιτιστικής μαριχουάνας».

 

Ο Γεωργουσόπουλος αναφέρεται στη συνέντευξη του Καθηγητή Λαμπρόπουλου στη Μικέλα Χαρτουλάρη, που δημοσιεύθηκε στα Νέα της 18.2.2002, με τίτλο: «ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, Το “μαύρο πρόβατο” των καβαφιστών». Διαβάστε την και κρίνετε μόνοι σας. Αναλογιστείτε τι τύχη θα είχαν εξαιρετικοί επιστήμονες σαν τον Β. Λαμπρόπουλο, τον Δημήτρη Τζιόβα, τον Στάθη Γουργουρή κ.ά., αν κάποια καταραμένη τύχη τους έφερνε να διεκδικήσουν μια θέση στο ελληνικό πανεπιστήμιο, όπου συνήθως νικάει ο Τραμπουκισμός. Ο κυνηγός «γραικύλων» και «ευρωλιγούρηδων» –ο Επίτιμος Διδάκτορας του Εθνικού Καποδιστριακού, ντε!–, θα έκανε εκστρατεία από τη μόνιμη στήλη του για να τους κλείσει την πόρτα του Πανεπιστημίου, και φυσικά θα τα κατάφερνε – αλλιώς τι «Εθνικό» θα ήτανε;

συμπληρωματικά (13.6.08): Έναν εκτενή σχολιασμό σε πρόσφατους παλικαρισμούς του εκ Λαμίας θεματοφύλακα της Παράδοσης κάνει στο blog του ο κ. Στέλιος Φαγκόπουλος.

 


To όπιο του ελληνισμού (VI)

Ιουλίου 10, 2008

συνέχεια

Στο σταθερό ερωτηματολόγιο στη στήλη «Πατριδογνωσία» της Άννας Γριμάνη (στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής) απάντησε ο Γιώργος Βέλτσος στις 6.7.2008. Την ίδια Κυριακή όμως υπήρχε και μια άλλη συνέντευξή του στο περιοδικό ΒΗΜΑgazino, όπου δυστυχώς κολάκευε τους φοιτητές που ασκούν βία, υπονομεύοντας και διαλύοντας τα πανεπιστήμια. Αναγνωρίζει, λέει, στην «κινηματική αριστερά» την πρωτόγονη και βίαιη έκφραση, αποφαινόμενος ότι «είναι ηλίθιοι αυτοί που λένε να καταδικάσουμε την βία. Δεν μπορεί να υπάρξει αλλαγή αν δεν υπάρξει βία». Από τον Σαρτρ μέχρι τον Ντεριντά και την Αυλή του Κ. Σημίτη (η πρακτική στήριξης του οποίου εσχάτως –Τα Νέα, 19/6–, του «θυμίζει χούντα»!) ο Γ. Βέλτσος πουλάει αριστεροσύνη και την εικόνα του οργανικού τάχα μου διανοούμενου, με τόση επιτήδευση, με τόσο ναρκισσισμό. Ωστόσο, δεν τον θυμούμαι να πουλάει τζάμπα πατριωτισμό στους «πελάτες» του, όπως το συνηθίζουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοί του.

Παραθέτω τη συνέντευξή του στο «Κ»:

 

Γιώργος Βέλτσος*

«Κανείς σ’ αυτόν τον τόπο δεν παραμένει για πολύ φίλος ή εχθρός με κανέναν»

 

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Είναι απερίφραστα ένα ιδεολόγημα που εγκλείει ένα είδος ιδεοληπτικής νεύρωσης, πολλαπλώς κερδοφόρου σε χρήμα (μεταφράσεις), σε είδος (δωράκια) και σε αξιώματα (Ακαδημία Αθηνών). Είναι, επιπλέον, η αντανάκλαση που παρέχει την προβολή της ανάδελφης ολότητάς μας στον ίδιο τον στερημένο μας εαυτό. Τέλος είναι μια ομιλούσα φαντασίωση που οι επιτήδειοι την μετέτρεψαν σε καθομιλουμένη. Δείτε, παρακαλώ, πώς απαντούν οι ιδεοληπτικοί που υποκαθιστούν με μια συμβολική διαμεσολάβηση, μια φαντασιακή υπεραφθονία μέσα στην οποία εισάγουν διαστρεβλωμένη την Ελλάδα, υπό μορφήν πευκοβελόνας. Αμφιβάλλω εάν πρόκειται για γνώση της πατρίδας (πατριδογνωσία) ή για άγνοια που εξισώνει ένα τραγούδι του Μίμη Τραϊφόρου («Λίγα πεύκα, λίγα μάρμαρα λευκά») με ένα τραγούδι του Σούμπερτ. Καταλήγω: η δυσκολία για τους Έλληνες (και η ευκολία) να προσεγγίσουμε την «ελληνικότητα» έγκειται, παραδόξως, στο ότι τοποθετείται ακριβώς στο επίπεδο της κατανόησης. Αυτό όμως συμβαίνει και με την παράνοια.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Ένα μυγόχεσμα στο βορινό παραθύρι στο «χωριό» του πάππου μου. Στο παιδικό μου μυαλό, φάνταζε –contre lumière– σαν ο γεωφυσικός χάρτης της Ελλάδας.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Του Λαζόπουλου στα DVD του ΑλΤσαντίρι που μοιράζει η Γιάννα στον «Ελεύθερο Τύπο». Του Θανάση Βαλτινού στην Ακαδημία Αθηνών.

Αυτό που με χαλάει.

Ότι αναγκάζομαι να απαντήσω ειρωνικά στις ερωτήσεις σας, ενώ θα έπρεπε να σωπάσω. Αλλά να που για άλλη μια φορά, προκειμένου οι ενστάσεις μου να είναι κοινωνήσιμες, επικαλούμαι τον Νίτσε για την περίπτωση «εκείνου του θεού που όταν θέλησε να γίνει μοναδικός θεός, οι άλλοι θεοί πέθαναν από τα γέλια»…

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα;

Την ερώτηση έχει απαντήσει ο κύριος Νίκος Δήμου («Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας»).

Παράγει πολιτισμό ο Έλληνας ή παραμένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Ο τελευταίος Έλληνας που «παρήγαγε» (αλλά γιατί αυτό το ρήμα;) πολιτισμό είναι ο Γιάννης Μόραλης. Εδώ και 30 χρόνια, εις πείσμα του κατεστημένου ελληνοκεντρισμού, προάγει έναν ελληνικό μοντερνισμό πέραν της ελληνικότητας.

Με ποια ταυτότητα οι Έλληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Με την παλαιά ταυτότητα: αυτή στην οποία αναγραφόταν υποχρεωτικά το θρήσκευμα.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Γιατί δεν είμαστε περισσότερο Έλληνες, δηλαδή, όπως σημειώνει ο Νίτσε, «επιπόλαιοι από βάθος»; Το πρέπει που δεν μπορώ να πετάξω είναι ότι οφείλω να είμαι Έλληνας απέναντι στη γλώσσα μου, που δεν τη μιλώ, αλλά με μιλάει.

Ο Έλληνας ποιητής μου.

Απαντώ, επαναλαμβάνοντας αυτό που είπε ο Αντρέ Ζιντ, όταν ερωτήθηκε ποιος είναι ο μεγαλύτερος Γάλλος ποιητής: «Helas, Victor Hugo» (δυστυχώς, ο Βίκτωρ Ουγκώ). Επιτρέψτε μου, λοιπόν, την παραλλαγή «Ελλάς, ο Γιώργος Σεφέρης». Αντίθετα με τους τρεις μεγάλους ποιητές μας που δεν ήξεραν Ελληνικά, ο τετραπέρατος αυτός Σμυρνιός γνώρισε τη γλώσσα του και την ποίησή του μέσα από τον Λαφόργκ, τον Βαλερύ και τον Τ. Σ. Έλιοτ.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η λήθη. Κανείς εδώ δεν παραμένει για πολύ φίλος ή εχθρός με κανέναν.

Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Η Βάρης – Βουλιαγμένης στα Βλάχικα. Η Εθνική στον Μαλιακό με τις εκατόμβες προ των μνημείων του Λεωνίδα και του Αθανασίου Διάκου.

 

(*) Ο Γιώργος Βέλτσος είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και η τελευταία ποιητική συλλογή του «Ησυχία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος.

 

Στον περί Ελληνικότητας «διάλογο» έλαβε μέρος και ο Αλέξης Ζήρας από τις σελίδες του περιοδικού Διαβάζω (τχ. Ιουλίου-Αυγούστου 2008). Το κείμενό του έχει τίτλο «Θεωρία ή θεωρεία;»:

 

Ο φιλολογικός καβγάς ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, ο ιδεολογικός καβγάς, αν δεν φτάνει στη σωματική βία, αλλά κάποια φορά και με τη συνοδεία της, δεν είναι αυτόχρημα κακό πράγμα. Υπάρχουν αρκετά περιστατικά από τα χρονικά της εποχής του ρομαντισμού που αφηγούνται κρίσιμες διενέξεις με αφορμή ιδέες ή αντιτιθέμενες φιλοσοφικές και πολιτικές θέσεις, η δυναμική των οποίων κάποια στιγμή ξέφευγε από το χώρο των συζητήσεων και κατέληγε να εμπλακεί περί το λυκαυγές σε αυτοσχέδιες ή τελετουργικά στημένες μονομαχίες! Παρακολουθώντας λοιπόν από τον περασμένο Φεβρουάριο τη μάχη χαρακωμάτων –για να της δώσω ειρωνικά έναν πιο ευγενή χαρακτηρισμό– μεταξύ δυο λογίων ή, μάλλον, μεταξύ δυο φαντασιακών κοινοτήτων όπου, στο βάθος, η μια υπερασπίζεται θεωρητικά το ύφος της επιχειρηματολογίας με το οποίο την αντικρούει η άλλη σκέφθηκα, με ενδόμυχη αγαλλίαση ομολογώ, ότι μια ανάλογη μονομαχία Κώστα Γεωργουσόπουλου – Βασίλη Λαμπρόπουλου θα ήταν επί του πρακτέου όλα τα λεφτά! Ιδίως αν η μονομαχία γινόταν σε τόπους με ποικίλους συμβολισμούς, όπως, λόγου χάριν, η Αγία Λαύρα, οι Δελφοί και η Ακρόπολη.

Γύρω από την έννοια της θεωρίας, η οποία άλλοτε, προ εικοσαετίας, είχε ως συνήθη προσδιορισμό του αντικειμένου της τη λογοτεχνία, αλλά στο μεταξύ είδε ότι της έγινε στενός κορσές και την ξεφορτώθηκε, υπάρχει μια ακατανόητη για μένα ελληνική ψύχωση. Υπερασπιστική και απορριπτική, αλλά σχεδόν πάντοτε σχετική με το πανεπιστήμιο και ιδίως τον ασαφή και αχανή χώρο των σπουδών του ανθρώπου, από τη φιλοσοφία ως την ιστορία, την ψυχανάλυση, τον φεμινισμό ή τη μελέτη της κουλτούρας των μειονοτικών ομάδων. Ωστόσο, σημασία δεν έχει εδώ το αντικείμενο των σπουδών όσο ο υποτίθεται αποδομητικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζονται, ένας τρόπος φαινομενικά αμέθοδος, αναθεωρητικός, συγκεχυμένος, αλλά στην ουσία έντονα δογματικός, εριστικός και αφοριστικός. Όχι επειδή, όπως λένε οι ακόλουθοι της θεωρίας, επιζητούν έτσι να φέρουν τ’ απάνω κάτω και να μας κάνουν να δούμε διαφορετικά αυτό που νομίζαμε διαχρονικά αμετακίνητο αλλά γιατί κατά βάθος υπερασπίζονται την υπόθεση ενός λόγου ο οποίος διψάει για εξουσία και είναι το ίδιο βουλιμικός με οποιονδήποτε άλλο λόγο που θέλει να επιβληθεί στον ήδη κρατούντα για να έρθει στο θρόνο του. Ενδεχομένως, θα υπάρξουν κάποιοι θεωρητικοί του «μετα-» που όταν διαβάσουν τα παραπάνω θα καταφύγουν στο γνωστό καταφύγιο της έτοιμης εξήγησης, με την οποία δικαιολογούν κάθε νόσο της συλλογιστικής τους και κάθε παρεπόμενη μαλακία: ότι η αντίσταση στο «καινούργιο» προέρχεται από τα φοβικά σύνδρομα! Αν κάποιος διέτρεξε κάποια από τα άρθρα που εν χορώ έσπευσαν να δημοσιεύσουν, εντύπως και ηλεκτρονικώς, οι εξ Αλβιώνος και Αμερικής ορμώμενοι, υποθέτω ότι θα διαπίστωσε αμέσως πως συνέκλιναν όλα σε τούτο: στο ότι έρχονται ως νέοι ευαγγελιστές να αλλάξουν μια Ελλάδα ετερόφοβων ελληναράδων, κολλημένων στην παράδοση, στις ζεϊμπεκιές, στο τσάμικο και σε μια αληθειακή νοοτροπία που αναγνωρίζει έναν και μοναδικό τρόπο πρόσληψής της, τον εθνοκεντρικό. Με λίγα λόγια, ανάγουν και ανάγονται σε μια ουτοπία, σε έναν άφθορο τόπο, σε μια κοινωνία μονοδιάστατη που ασφαλώς είναι ανύπαρκτη, γιατί απλούστατα αυτό τους βολεύει ή, το χειρότερο, αυτό μόνο προλαβαίνουν να μάθουν από τις θερινές τους διακοπές παρά θιν’ αλός. Όμως, ανάγουν και ανάγονται όχι μέσω μιας συσχετικιστικής, κριτικής και ιστορικιστικής στρατηγικής, όπως ορισμένοι διατείνονται, αλλά, όπως είδαμε στα περί Μακεδονικού πρόσφατα δημοσιεύματα ή στις μελέτες που συντάσσονται με τις γυναικείες σπουδές, μέσω δογματικών νεφελωμάτων, μέσω υπερερμηνειών, μέσω αναγωγών στο κανονιστικό αποδομητικό απόλυτο, μέσω τελικά της αμετακίνητης σε όλους και όλες αρχής ότι το εντόπιο (ποιο δηλαδή;) ευνοεί την καθυστέρηση, ερχόμενο σε σύγκρουση με το προοδευτικό (ποιο δηλαδή;) που πάντοτε έρχεται ως επιφοίτηση του εσπερίου φωτός από «κάπου αλλού». Ας πούμε, από τον μακαρίτη Ζακ Ντερριντά, τον Χόμι Μπάμπα ή τα μαρξιστικά, ενοχικά αδιέξοδα του Τέρρυ Ήγκλετον, την αντιφατικότητα των θέσεων του οποίου (κάθε βιβλίο του εδώ και κάμποσα χρόνια ανατρέπει όσο ανέφερε το προηγούμενο) έχουν σε ιδιαίτερη εκτίμηση οι απανταχού της θεωρίας.

Απέναντι σε μια τέτοια ιδεοληπτική στρατηγική, που, εν παρόδω, δεν είναι ενιαία αλλά πολυκέφαλη, οι παράφορες θυμικές εκρήξεις του Κώστα Γεωργουσόπουλου –ο οποίος, εδώ και αρκετά χρόνια, είναι γνωστό πως αυτοπαγιδεύεται στην ταχυφλεγή ρητορική του– αποτελούν εύκολη λεία. Γιατί οι κατηγορίες περί συνωμοσίας και οι προσωπικές ύβρεις συσκοτίζουν και προσφέρουν κάλυψη στα αναρίθμητα ασθενή σημεία και εξωφρενικά επιχειρήματα μιας επιστημολογικής αντίληψης που πάσχει από τη διγλωσσία των μαθητευόμενων μάγων της. Λόγου χάριν, από τη μια πλευρά δημιουργεί κείμενα κατεξοχήν «ανοικτά», όπως αυτά του Βασίλη Λαμπρόπουλου ή του Δημήτρη Δημηρούλη στο λίγο ασυμμάζευτο αφιέρωμα των «Αναγνώσεων» της Αυγής, «Θεωρία, λογοτεχνία, αριστερά», ενώ, από την άλλη, αυτοί οι ίδιοι οι θιασώτες της, όταν θέλουν να πείσουν για την αντοχή των θέσεών τους, μετέρχονται –στην πρόσφατη έκδοσή του για τον Σολωμό ο πρώτος, στον τόμο Το κείμενο και οι παρυφές του. Μετα-δομιστικές προσεγγίσεις στην ελληνική λογοτεχνία του 20ού αιώνα (1985) ο δεύτερος– τους πιο συνήθεις τρόπους επιχειρηματολόγησης αλλά και τη λογική που τους διέπει. Και βεβαίως εδώ θα μπορούσα να προσθέσω μια σειρά άλλων, όπως, π.χ., τον Δημήτρη Τζιόβα, την Πέπη Ρηγόπουλου, τον Δημήτρη Παπανικολάου, οι οποίοι διατείνονται ότι ξαναδιαβάζουν τη λογοτεχνία ή τις πολιτισμικές θεωρίες διαφορετικά και ρηξικέλευθα, ενώ, αν θελήσουν να βγάλουν κάποια στιγμή τις παρωπίδες τους, θα μπορέσουν ίσως να δουν ότι νέες και ρηξικέλευθες αναγνώσεις, ακόμα και μ’ αυτήν την «κεντρομόλο εθνική παιδεία» που διαθέτουμε, γίνονται διαρκώς! Από την εποχή του Τέλλου Άγρα και του Δημήτρη Νικολαρεΐζη. Αλλά, είπαμε, ο καθείς με την επανάστασή του.

 

Τέλος, παραθέτω το link μιας ενδιαφέρουσας συνέντευξης που έδωσε ο Βασίλης Λαμπρόπουλος και δημοσιεύθηκε με τίτλο «Είμαστε ευλογημένοι να τυραννιόμαστε», στην Καθημερινή της 27.6.2008.