Το… «πνεύμα» του Τραμπούκου

Ιουλίου 12, 2008

Αναδημοσιεύω από τη στήλη «Το πνεύμα του τόνου» του Παλικαρά με τις Τιράντες ένα παλιότερο υβρεολόγιό του με τίτλο «Το ποιόν μιας έδρας» (Τα Νέα, 22.2.2002), επιφυλασσόμενος να αναδημοσιεύσω και τα «Γραικύλοι» (σε συνέχειες: Γραικύλοι Α΄, Β΄, Γ΄):

 

«Νάτα μας! Ο θρασύτατος, καλή τη μοίρα αναρριχηθείς, τις οίδε με ποιες διασυνδέσεις, ως καθηγητής στην Έδρα Καβάφη στην Αμερική μεταμοντέρνος λαπάς Λαμπρόπουλος τα βάζει τώρα, κατειρωνευόμενος, με τη μεγάλη σχολή νεοελληνικών σπουδών της Αγγλίας: Μπίτον, Μάγκριτς, Ρικς, Τζιόβας κ.ά.! Τους κατηγορεί ο ερίφης γιατί είναι ελληνοκεντρικοί, επειδή δηλαδή ανιχνεύουν τεκμήρια της λογοτεχνικής μας περιπέτειας στην ιστορία και στα κοινωνικοπολιτικά μας συμφραζόμενα. Για την αμερικανική αποδομητική λέχρα ο Καβάφης, λέει, δεν είναι Έλληνας αλλά ελληνικός (παρά τον ένδοξό του βυζαντινισμό). Είναι, λέει, οικουμενικός και ομοφυλόφιλος (λες και κάθε ομοφυλόφιλος είναι και καλός ποιητής!) τόσο, που όπως φαίνεται αυτό το αμειβόμενο με ελληνικό συνάλλαγμα (;) χαμαντράκι της λογοτεχνικής πανίδας έχει παρεξηγήσει περί ποιας Έδρας Καβάφη πρόκειται. Αλλά ας πάει να κουρεύεται, όχι όμως και να βάζει στο στόμα του τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη και, στον θεό σου, τον Κάλβο (ο ΒΛΑΞ), για να υποστηρίξει τον ηλίθιο πολυπολιτισμικό του αχταρμά. Δηλαδή, τον άνοστο χυλό που παράγουν οι ομοιοί του στο μίξερ των πολυεθνικών παραγωγών πολιτιστικής μαριχουάνας».

 

Ο Γεωργουσόπουλος αναφέρεται στη συνέντευξη του Καθηγητή Λαμπρόπουλου στη Μικέλα Χαρτουλάρη, που δημοσιεύθηκε στα Νέα της 18.2.2002, με τίτλο: «ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, Το “μαύρο πρόβατο” των καβαφιστών». Διαβάστε την και κρίνετε μόνοι σας. Αναλογιστείτε τι τύχη θα είχαν εξαιρετικοί επιστήμονες σαν τον Β. Λαμπρόπουλο, τον Δημήτρη Τζιόβα, τον Στάθη Γουργουρή κ.ά., αν κάποια καταραμένη τύχη τους έφερνε να διεκδικήσουν μια θέση στο ελληνικό πανεπιστήμιο, όπου συνήθως νικάει ο Τραμπουκισμός. Ο κυνηγός «γραικύλων» και «ευρωλιγούρηδων» –ο Επίτιμος Διδάκτορας του Εθνικού Καποδιστριακού, ντε!–, θα έκανε εκστρατεία από τη μόνιμη στήλη του για να τους κλείσει την πόρτα του Πανεπιστημίου, και φυσικά θα τα κατάφερνε – αλλιώς τι «Εθνικό» θα ήτανε;

συμπληρωματικά (13.6.08): Έναν εκτενή σχολιασμό σε πρόσφατους παλικαρισμούς του εκ Λαμίας θεματοφύλακα της Παράδοσης κάνει στο blog του ο κ. Στέλιος Φαγκόπουλος.

 


To όπιο του ελληνισμού (VI)

Ιουλίου 10, 2008

συνέχεια

Στο σταθερό ερωτηματολόγιο στη στήλη «Πατριδογνωσία» της Άννας Γριμάνη (στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής) απάντησε ο Γιώργος Βέλτσος στις 6.7.2008. Την ίδια Κυριακή όμως υπήρχε και μια άλλη συνέντευξή του στο περιοδικό ΒΗΜΑgazino, όπου δυστυχώς κολάκευε τους φοιτητές που ασκούν βία, υπονομεύοντας και διαλύοντας τα πανεπιστήμια. Αναγνωρίζει, λέει, στην «κινηματική αριστερά» την πρωτόγονη και βίαιη έκφραση, αποφαινόμενος ότι «είναι ηλίθιοι αυτοί που λένε να καταδικάσουμε την βία. Δεν μπορεί να υπάρξει αλλαγή αν δεν υπάρξει βία». Από τον Σαρτρ μέχρι τον Ντεριντά και την Αυλή του Κ. Σημίτη (η πρακτική στήριξης του οποίου εσχάτως –Τα Νέα, 19/6–, του «θυμίζει χούντα»!) ο Γ. Βέλτσος πουλάει αριστεροσύνη και την εικόνα του οργανικού τάχα μου διανοούμενου, με τόση επιτήδευση, με τόσο ναρκισσισμό. Ωστόσο, δεν τον θυμούμαι να πουλάει τζάμπα πατριωτισμό στους «πελάτες» του, όπως το συνηθίζουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοί του.

Παραθέτω τη συνέντευξή του στο «Κ»:

 

Γιώργος Βέλτσος*

«Κανείς σ’ αυτόν τον τόπο δεν παραμένει για πολύ φίλος ή εχθρός με κανέναν»

 

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Είναι απερίφραστα ένα ιδεολόγημα που εγκλείει ένα είδος ιδεοληπτικής νεύρωσης, πολλαπλώς κερδοφόρου σε χρήμα (μεταφράσεις), σε είδος (δωράκια) και σε αξιώματα (Ακαδημία Αθηνών). Είναι, επιπλέον, η αντανάκλαση που παρέχει την προβολή της ανάδελφης ολότητάς μας στον ίδιο τον στερημένο μας εαυτό. Τέλος είναι μια ομιλούσα φαντασίωση που οι επιτήδειοι την μετέτρεψαν σε καθομιλουμένη. Δείτε, παρακαλώ, πώς απαντούν οι ιδεοληπτικοί που υποκαθιστούν με μια συμβολική διαμεσολάβηση, μια φαντασιακή υπεραφθονία μέσα στην οποία εισάγουν διαστρεβλωμένη την Ελλάδα, υπό μορφήν πευκοβελόνας. Αμφιβάλλω εάν πρόκειται για γνώση της πατρίδας (πατριδογνωσία) ή για άγνοια που εξισώνει ένα τραγούδι του Μίμη Τραϊφόρου («Λίγα πεύκα, λίγα μάρμαρα λευκά») με ένα τραγούδι του Σούμπερτ. Καταλήγω: η δυσκολία για τους Έλληνες (και η ευκολία) να προσεγγίσουμε την «ελληνικότητα» έγκειται, παραδόξως, στο ότι τοποθετείται ακριβώς στο επίπεδο της κατανόησης. Αυτό όμως συμβαίνει και με την παράνοια.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Ένα μυγόχεσμα στο βορινό παραθύρι στο «χωριό» του πάππου μου. Στο παιδικό μου μυαλό, φάνταζε –contre lumière– σαν ο γεωφυσικός χάρτης της Ελλάδας.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Του Λαζόπουλου στα DVD του ΑλΤσαντίρι που μοιράζει η Γιάννα στον «Ελεύθερο Τύπο». Του Θανάση Βαλτινού στην Ακαδημία Αθηνών.

Αυτό που με χαλάει.

Ότι αναγκάζομαι να απαντήσω ειρωνικά στις ερωτήσεις σας, ενώ θα έπρεπε να σωπάσω. Αλλά να που για άλλη μια φορά, προκειμένου οι ενστάσεις μου να είναι κοινωνήσιμες, επικαλούμαι τον Νίτσε για την περίπτωση «εκείνου του θεού που όταν θέλησε να γίνει μοναδικός θεός, οι άλλοι θεοί πέθαναν από τα γέλια»…

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα;

Την ερώτηση έχει απαντήσει ο κύριος Νίκος Δήμου («Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας»).

Παράγει πολιτισμό ο Έλληνας ή παραμένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Ο τελευταίος Έλληνας που «παρήγαγε» (αλλά γιατί αυτό το ρήμα;) πολιτισμό είναι ο Γιάννης Μόραλης. Εδώ και 30 χρόνια, εις πείσμα του κατεστημένου ελληνοκεντρισμού, προάγει έναν ελληνικό μοντερνισμό πέραν της ελληνικότητας.

Με ποια ταυτότητα οι Έλληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Με την παλαιά ταυτότητα: αυτή στην οποία αναγραφόταν υποχρεωτικά το θρήσκευμα.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Γιατί δεν είμαστε περισσότερο Έλληνες, δηλαδή, όπως σημειώνει ο Νίτσε, «επιπόλαιοι από βάθος»; Το πρέπει που δεν μπορώ να πετάξω είναι ότι οφείλω να είμαι Έλληνας απέναντι στη γλώσσα μου, που δεν τη μιλώ, αλλά με μιλάει.

Ο Έλληνας ποιητής μου.

Απαντώ, επαναλαμβάνοντας αυτό που είπε ο Αντρέ Ζιντ, όταν ερωτήθηκε ποιος είναι ο μεγαλύτερος Γάλλος ποιητής: «Helas, Victor Hugo» (δυστυχώς, ο Βίκτωρ Ουγκώ). Επιτρέψτε μου, λοιπόν, την παραλλαγή «Ελλάς, ο Γιώργος Σεφέρης». Αντίθετα με τους τρεις μεγάλους ποιητές μας που δεν ήξεραν Ελληνικά, ο τετραπέρατος αυτός Σμυρνιός γνώρισε τη γλώσσα του και την ποίησή του μέσα από τον Λαφόργκ, τον Βαλερύ και τον Τ. Σ. Έλιοτ.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η λήθη. Κανείς εδώ δεν παραμένει για πολύ φίλος ή εχθρός με κανέναν.

Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Η Βάρης – Βουλιαγμένης στα Βλάχικα. Η Εθνική στον Μαλιακό με τις εκατόμβες προ των μνημείων του Λεωνίδα και του Αθανασίου Διάκου.

 

(*) Ο Γιώργος Βέλτσος είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και η τελευταία ποιητική συλλογή του «Ησυχία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος.

 

Στον περί Ελληνικότητας «διάλογο» έλαβε μέρος και ο Αλέξης Ζήρας από τις σελίδες του περιοδικού Διαβάζω (τχ. Ιουλίου-Αυγούστου 2008). Το κείμενό του έχει τίτλο «Θεωρία ή θεωρεία;»:

 

Ο φιλολογικός καβγάς ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, ο ιδεολογικός καβγάς, αν δεν φτάνει στη σωματική βία, αλλά κάποια φορά και με τη συνοδεία της, δεν είναι αυτόχρημα κακό πράγμα. Υπάρχουν αρκετά περιστατικά από τα χρονικά της εποχής του ρομαντισμού που αφηγούνται κρίσιμες διενέξεις με αφορμή ιδέες ή αντιτιθέμενες φιλοσοφικές και πολιτικές θέσεις, η δυναμική των οποίων κάποια στιγμή ξέφευγε από το χώρο των συζητήσεων και κατέληγε να εμπλακεί περί το λυκαυγές σε αυτοσχέδιες ή τελετουργικά στημένες μονομαχίες! Παρακολουθώντας λοιπόν από τον περασμένο Φεβρουάριο τη μάχη χαρακωμάτων –για να της δώσω ειρωνικά έναν πιο ευγενή χαρακτηρισμό– μεταξύ δυο λογίων ή, μάλλον, μεταξύ δυο φαντασιακών κοινοτήτων όπου, στο βάθος, η μια υπερασπίζεται θεωρητικά το ύφος της επιχειρηματολογίας με το οποίο την αντικρούει η άλλη σκέφθηκα, με ενδόμυχη αγαλλίαση ομολογώ, ότι μια ανάλογη μονομαχία Κώστα Γεωργουσόπουλου – Βασίλη Λαμπρόπουλου θα ήταν επί του πρακτέου όλα τα λεφτά! Ιδίως αν η μονομαχία γινόταν σε τόπους με ποικίλους συμβολισμούς, όπως, λόγου χάριν, η Αγία Λαύρα, οι Δελφοί και η Ακρόπολη.

Γύρω από την έννοια της θεωρίας, η οποία άλλοτε, προ εικοσαετίας, είχε ως συνήθη προσδιορισμό του αντικειμένου της τη λογοτεχνία, αλλά στο μεταξύ είδε ότι της έγινε στενός κορσές και την ξεφορτώθηκε, υπάρχει μια ακατανόητη για μένα ελληνική ψύχωση. Υπερασπιστική και απορριπτική, αλλά σχεδόν πάντοτε σχετική με το πανεπιστήμιο και ιδίως τον ασαφή και αχανή χώρο των σπουδών του ανθρώπου, από τη φιλοσοφία ως την ιστορία, την ψυχανάλυση, τον φεμινισμό ή τη μελέτη της κουλτούρας των μειονοτικών ομάδων. Ωστόσο, σημασία δεν έχει εδώ το αντικείμενο των σπουδών όσο ο υποτίθεται αποδομητικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζονται, ένας τρόπος φαινομενικά αμέθοδος, αναθεωρητικός, συγκεχυμένος, αλλά στην ουσία έντονα δογματικός, εριστικός και αφοριστικός. Όχι επειδή, όπως λένε οι ακόλουθοι της θεωρίας, επιζητούν έτσι να φέρουν τ’ απάνω κάτω και να μας κάνουν να δούμε διαφορετικά αυτό που νομίζαμε διαχρονικά αμετακίνητο αλλά γιατί κατά βάθος υπερασπίζονται την υπόθεση ενός λόγου ο οποίος διψάει για εξουσία και είναι το ίδιο βουλιμικός με οποιονδήποτε άλλο λόγο που θέλει να επιβληθεί στον ήδη κρατούντα για να έρθει στο θρόνο του. Ενδεχομένως, θα υπάρξουν κάποιοι θεωρητικοί του «μετα-» που όταν διαβάσουν τα παραπάνω θα καταφύγουν στο γνωστό καταφύγιο της έτοιμης εξήγησης, με την οποία δικαιολογούν κάθε νόσο της συλλογιστικής τους και κάθε παρεπόμενη μαλακία: ότι η αντίσταση στο «καινούργιο» προέρχεται από τα φοβικά σύνδρομα! Αν κάποιος διέτρεξε κάποια από τα άρθρα που εν χορώ έσπευσαν να δημοσιεύσουν, εντύπως και ηλεκτρονικώς, οι εξ Αλβιώνος και Αμερικής ορμώμενοι, υποθέτω ότι θα διαπίστωσε αμέσως πως συνέκλιναν όλα σε τούτο: στο ότι έρχονται ως νέοι ευαγγελιστές να αλλάξουν μια Ελλάδα ετερόφοβων ελληναράδων, κολλημένων στην παράδοση, στις ζεϊμπεκιές, στο τσάμικο και σε μια αληθειακή νοοτροπία που αναγνωρίζει έναν και μοναδικό τρόπο πρόσληψής της, τον εθνοκεντρικό. Με λίγα λόγια, ανάγουν και ανάγονται σε μια ουτοπία, σε έναν άφθορο τόπο, σε μια κοινωνία μονοδιάστατη που ασφαλώς είναι ανύπαρκτη, γιατί απλούστατα αυτό τους βολεύει ή, το χειρότερο, αυτό μόνο προλαβαίνουν να μάθουν από τις θερινές τους διακοπές παρά θιν’ αλός. Όμως, ανάγουν και ανάγονται όχι μέσω μιας συσχετικιστικής, κριτικής και ιστορικιστικής στρατηγικής, όπως ορισμένοι διατείνονται, αλλά, όπως είδαμε στα περί Μακεδονικού πρόσφατα δημοσιεύματα ή στις μελέτες που συντάσσονται με τις γυναικείες σπουδές, μέσω δογματικών νεφελωμάτων, μέσω υπερερμηνειών, μέσω αναγωγών στο κανονιστικό αποδομητικό απόλυτο, μέσω τελικά της αμετακίνητης σε όλους και όλες αρχής ότι το εντόπιο (ποιο δηλαδή;) ευνοεί την καθυστέρηση, ερχόμενο σε σύγκρουση με το προοδευτικό (ποιο δηλαδή;) που πάντοτε έρχεται ως επιφοίτηση του εσπερίου φωτός από «κάπου αλλού». Ας πούμε, από τον μακαρίτη Ζακ Ντερριντά, τον Χόμι Μπάμπα ή τα μαρξιστικά, ενοχικά αδιέξοδα του Τέρρυ Ήγκλετον, την αντιφατικότητα των θέσεων του οποίου (κάθε βιβλίο του εδώ και κάμποσα χρόνια ανατρέπει όσο ανέφερε το προηγούμενο) έχουν σε ιδιαίτερη εκτίμηση οι απανταχού της θεωρίας.

Απέναντι σε μια τέτοια ιδεοληπτική στρατηγική, που, εν παρόδω, δεν είναι ενιαία αλλά πολυκέφαλη, οι παράφορες θυμικές εκρήξεις του Κώστα Γεωργουσόπουλου –ο οποίος, εδώ και αρκετά χρόνια, είναι γνωστό πως αυτοπαγιδεύεται στην ταχυφλεγή ρητορική του– αποτελούν εύκολη λεία. Γιατί οι κατηγορίες περί συνωμοσίας και οι προσωπικές ύβρεις συσκοτίζουν και προσφέρουν κάλυψη στα αναρίθμητα ασθενή σημεία και εξωφρενικά επιχειρήματα μιας επιστημολογικής αντίληψης που πάσχει από τη διγλωσσία των μαθητευόμενων μάγων της. Λόγου χάριν, από τη μια πλευρά δημιουργεί κείμενα κατεξοχήν «ανοικτά», όπως αυτά του Βασίλη Λαμπρόπουλου ή του Δημήτρη Δημηρούλη στο λίγο ασυμμάζευτο αφιέρωμα των «Αναγνώσεων» της Αυγής, «Θεωρία, λογοτεχνία, αριστερά», ενώ, από την άλλη, αυτοί οι ίδιοι οι θιασώτες της, όταν θέλουν να πείσουν για την αντοχή των θέσεών τους, μετέρχονται –στην πρόσφατη έκδοσή του για τον Σολωμό ο πρώτος, στον τόμο Το κείμενο και οι παρυφές του. Μετα-δομιστικές προσεγγίσεις στην ελληνική λογοτεχνία του 20ού αιώνα (1985) ο δεύτερος– τους πιο συνήθεις τρόπους επιχειρηματολόγησης αλλά και τη λογική που τους διέπει. Και βεβαίως εδώ θα μπορούσα να προσθέσω μια σειρά άλλων, όπως, π.χ., τον Δημήτρη Τζιόβα, την Πέπη Ρηγόπουλου, τον Δημήτρη Παπανικολάου, οι οποίοι διατείνονται ότι ξαναδιαβάζουν τη λογοτεχνία ή τις πολιτισμικές θεωρίες διαφορετικά και ρηξικέλευθα, ενώ, αν θελήσουν να βγάλουν κάποια στιγμή τις παρωπίδες τους, θα μπορέσουν ίσως να δουν ότι νέες και ρηξικέλευθες αναγνώσεις, ακόμα και μ’ αυτήν την «κεντρομόλο εθνική παιδεία» που διαθέτουμε, γίνονται διαρκώς! Από την εποχή του Τέλλου Άγρα και του Δημήτρη Νικολαρεΐζη. Αλλά, είπαμε, ο καθείς με την επανάστασή του.

 

Τέλος, παραθέτω το link μιας ενδιαφέρουσας συνέντευξης που έδωσε ο Βασίλης Λαμπρόπουλος και δημοσιεύθηκε με τίτλο «Είμαστε ευλογημένοι να τυραννιόμαστε», στην Καθημερινή της 27.6.2008.


Εκτός δημοκρατικού πλαισίου ο Ελληνομέτρης Γιανναράς

Ιουνίου 16, 2008

O καθ’ έξιν και κατά συρροήν υβριστής της δημοκρατίας, ο γνωστός για τα αντικοινοβουλευτικά κηρύγματά του Ελληνομέτρης Χρήστος Γιανναράς, από τον άμβωνα της κυριακάτικης Καθημερινής έκανε την πιο βάρβαρη επίθεση απ’ όσες έχει κάνει ποτέ εναντίον στελεχών (λ.χ. Λεωνίδας Κύρκος) και των κομμάτων της Αριστεράς: Ζητεί να τεθούν εκτός νόμου «τα δύο έκνομα κόμματα», ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ! Συνέχεια εδώ


Η βαρβαρότητα της Ελληνοχριστιανικής «Δικαιοσύνης»

Ιουνίου 7, 2008

Με δισέλιδη συνέντευξή του στην «Α1», εφημερίδα του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, ο πρόεδρος πρωτοδικών Δημήτριος Γαβαλάς υπεραμύνεται της αποφάσεώς του για την απόσυρση του βιβλίου της Έρσης Σωτηροπούλου. Πρόκειται για νέο μνημείο εθνοσωτήριου ελληνοχριστιανικού λόγου, μνημείο Χυδαιότητας και Βαρβαρότητας της Ελληνοχριστιανικής «Δικαιοσύνης». Διαβάστε την ολόκληρη εδώ


Έξω οι Μιτσιγκάνοι!

Μαΐου 24, 2008

Χωριανοί, χωριανοί! Ακούσατε, ακούσατε! Νέα πρόκληση. Οι «παγκοσμιοποιητές», οι «νεοεποχίτες» είναι σαν τη Λερναία Ύδρα.

Εμείς προσπαθούμε να διορθώσουμε τις ζημιές που έχουν προκληθεί από τους Αμερικάνους, την Παγκοσμιοποίηση και τα ντόπια μίσθαρνα όργανά τους, αναγκάζοντας κάθε Ελληνόπουλο να κάνει ομολογία πίστεως στις αγνές ελληνοχριστιανικές παραδόσεις μας, κι αυτοί την ίδια ώρα συνεχίζουν να βυσσοδομούν. Αν θέλουν να μετέχουν της Ελληνορθοδόξου Παιδείας μας πρέπει να απαντήσουν γραπτώς σε ερωτήσεις λ.χ. σαν αυτές περί παραδόσεως οι οποίες ετέθησαν στις πανελλήνιες εξετάσεις στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας:

«Ο Δήμος σας διοργανώνει μια εκδήλωση με θέμα την παράδοση. Ως εκπρόσωπος της μαθητικής σας κοινότητας, αναλάβατε τη σύνταξη ενός κειμένου που θα εκφωνηθεί στην εκδήλωση. Σε αυτό να αναφέρετε τις αιτίες για τις οποίες πολλοί νέοι σήμερα έχουν απομακρυνθεί από την παράδοση και να προτείνετε τρόπους επανασύνδεσής τους με αυτήν». [Ένας εξαιρετικός και διασκεδαστικός σχολιασμός έγινε από τον Στέλιο Φραγκόπουλο με επιστολή του «Βομβαρδίζουν τη νεολαία με οπισθοδρομικά μηνύματα» στο Βήμα]

Ή στο μάθημα της Ιστορίας:

«Ο ιστοριογράφος Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος θεμελίωσε την πολιτιστική συνέχεια του ελληνικού έθνους με αδιάσειστο επιχείρημα την αδιάλειπτη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού».

Φυσικά ό,τι έχουν στο κεφάλι τους οι Ελληνορθόδοξοι είναι αδιάσειστο. Και για όσους δεν μετέχουν της Ελληνορθόδοξης Παιδείας υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, σαν αυτόν του –διεθνώς αγνώστου– πρύτανη του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κωνσταντίνου Μπαγιάτη. Αυτός ο αδιάσειστος Ελληνορθόδοξος έστειλε την ακόλουθη εμπιστευτική επιστολή προς τις Γραμματείες των Τμημάτων του Πανεπιστημίου, πράγμα που έγινε γνωστό εξαιτίας της ερώτησης που υπέβαλε ο «ανθέλλην» βουλευτής Θεσσαλονίκης Τάσος Κουράκης προς τον Υπουργό Παιδείας και χωρίς ίχνος εθνικής ευθύνης την έδωσε στη δημοσιότητα:

«Παρακαλώ να μας αποστείλετε τα στοιχεία (ονοματεπώνυμο και χώρα προέλευσης) των μουσουλμάνων φοιτητών του τμήματός σας, συμπεριλαμβανομένων και των Πομάκων της Θράκης. Το έγγραφο είναι εμπιστευτικό και πρέπει να επιδοθεί κατευθείαν στην Πρυτανεία ιδιοχείρως, με courier ή μέσω της θυρίδας του Πανεπιστημίου, χωρίς κεντρικό αριθμό πρωτοκόλλου».

Ενώ λοιπόν συμβαίνουν όλα αυτά τα χαρμόσυνα και επανασυνδεόμεθα με τις ελληνοχριστιανικές παραδόσεις μας, και ενώ ο φωτόμορφος Κώστας Γεωργουσόπουλος είχε κόψει κάμποσα κεφάλια ερεβομανών χαγάνων και σχιζοφρενών εθνοκτόνων με το πριόνι από τα Νέα, νά σου ξεπετάχτηκαν από αλλού. Αυτή τη φορά ο Νίκος Βατόπουλος άνοιξε μια Κερκόπορτα στην Καθημερινή για να περάσουν οι συνωμότες υπονομευτές. Και δεν πρόκειται για εθνικό έγκλημα εξ αμελείας, είναι εκ προμελέτης! Αυτό φαίνεται αμέσως από τις πρώτες κιόλας φράσεις του αβανταδόρου και συνοδοιπόρου των ανθελληνικώς δρώντων: «Στον παγκόσμιο χάρτη, η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα που φωνάζει πολύ. Συνήθως προκαλεί θόρυβο για λάθος ζητήματα, με στρεβλές ιεραρχήσεις και σε ασυντόνιστο χρόνο». Έδωσε λοιπόν την ευκαιρία στον ετερόχθονα (συνεπώς και αλλοτριωμένο) Καθηγητή Δημήτρη Τζιόβα για να μας πει αυτός –εξ Αλβιώνος, παρακαλώ, άκου θράσος!– πώς θα μας παίρνουν στα σοβαρά (!) και να αμφισβητήσει εμμέσως πλην σαφώς ότι είμεθα το κέντρο του κόσμου, ορατού τε και αοράτου. Αλλά το ιδιαζόντως ειδεχθές έγκλημά του είναι ότι ετόλμησε να δώσει το λόγο στον Μιτσιγκάνο Καθηγητή –θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου!– Βασίλη Λαμπρόπουλο, παρά τα όσα του έχει σούρει, επαναλαμβάνω, ο σοφός και αντιστασιακός αγωνιστής Κώστας Γεωργουσόπουλος. Κι εκείνος βέβαια δεν χάνει την ευκαιρία να επιτεθεί στους εθνικώς ανησυχούντες πατριώτες, προσπαθώντας να τους προκαλέσει διάσειση εγκεφάλου ώστε να κλονίσει τις αδιάσειστες πεποιθήσεις τους: «Περνούν διάφοροι από υπουργεία και ιδρύματα, για να αναγγείλουν κάποια εθνική καταστροφή: οι Τούρκοι θα ιδρύσουν μια έδρα, οι Σκοπιανοί θα προσφέρουν ένα μάθημα, μας σκότωσαν τον Ομηρο, έβγαλαν την Αθηνά μαύρη και τον Αλέξανδρο γκέι, θα κλείσουν ένα Τμήμα κ.λπ.». Να κάνουμε εξαγωγή του «ζωντανού πολιτισμού» μας, λέει. Δηλαδή τι υπαινίσσεται, να κάνουμε εξαγωγή τον Γεωργουσόπουλο, τον Γιανναρά και άλλους εθνικούς φωστήρες; Να απορφανιστεί το έθνος; Να μη μείνει κανένα λείμμα ελληνορθόδοξης συνείδησης – ούτε κόκκος σινάπεως! Αυτό θέλει ο Μιτσιγκάνος, αλλά δεν θα του περάσει. Οι Εθνοφύλακες αγρυπνούν, αλυχτούν και δαγκώνουν.

Ο ομφαλός της Γης

Μαΐου 23, 2008

Του Μανώλη Βασιλάκη*

 

To παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ε.Φ.» του Ελληνικού Φεστιβάλ που μόλις κυκλοφόρησε.

Ο σατιρικός στίχος «Ιππεύω την υφήλιον / και κυνηγώ τον ήλιον / περιορών τα άστρα» του Ηλία Τανταλίδη είναι λίγος για να εκφράσει την επαφή με την παγκόσμια πραγματικότητα και τη μεγάλη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους οι Νεοέλληνες. Παρακολουθώντας στενά τη νέα διαμάχη περί «Ελληνικότητας» αναρωτιέμαι έως πότε θα αρνούμαστε να δεχθούμε ότι δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Κάποτε ο πρόεδρος της εθνικιστικής οργάνωσης «Ελληνισμός» Νεοκλής Καζάζης, μετά την επαίσχυντη ήττα του 1897, υπερασπιζόμενος με μύθους τα «εθνικά δίκαια», κατέληγε διατυπώνοντας την άποψη ότι «ο ελληνικός λαός εξαιρείται του νόμου της ακμής και της παρακμής» καθώς και όλων των άλλων νόμων της φύσης και της ιστορίας.

Το πώς έφτασαν τόσο πολλοί να πιστεύουν τέτοια ακραία πράγματα όμως απαιτεί ολόκληρο σύγγραμμα. Ακόμη και λόγιοι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, για πολύ πρακτικούς λόγους, το 1820 τους έλεγαν πράγματα σαν αυτά: «Οι Έλληνες δεν υπόκειντο ούτε το πάλαι ούτε το νυν εις τους νόμους της φύσεως» (Βενιαμίν Λέσβιος, Μεταφυσική) ή ο Αθ. Ψαλίδας, που έλεγε ότι η φύση τοποθέτησε τους Έλληνες στην υψηλότερη βαθμίδα του ανθρώπινου γένους, «μετά δε τους Έλληνας… ήρχοντο οι Άγγελοι».

Από τότε όμως πέρασαν σχεδόν διακόσια χρόνια. Η νεοελληνική ιδεολογία είναι κυρίαρχη, με ανεξίτηλη τη σφραγίδα του «Ελληνοχριστιανισμού» κι έτσι και σήμερα διαβάζεις ή ακούς τις ίδιες υπερβολές, σε μια αποθέωση του ανορθολογισμού, στο παχύ έδαφος της νεοελληνικής αμάθειας και αγραμματοσύνης. Με τους σατιρικούς στίχους του Δ. Σολωμού «Σε βλέπω πάντα που κυλάς / Για πες μου, ψίχαλο, πού πας; / Πού πας ομπρός οπίσω; / – Τον κόσμο να φωτίσω!…» χλεύαζε ο Ιάκωβος Πολυλάς τα «φαντασιοκοπήματα» του εφευρέτη του όρου Σπυρίδωνος Ζαμπελίου, ο οποίος «τι άλλο κάνει παρά να ναναρίζη το έθνος με βλάσφημα παραμύθια;», καταλήγοντας ότι «εις ένα ποίημα του εφετεινού ποιητικού διαγωνισμού είδαμε την Ελλάδα συγκαθισμένην με τον Ύψιστον εις τη στιγμή της Δημιουργίας». Αλλά το περιούσιον έθνος προτιμά στην πλειονότητά του να πιστεύει αυτά τα παραμύθια. Ας θυμηθούμε μόνο ότι όταν η Δύση ήδη από 250 χρόνια ήξερε ότι η Γη κινούνταν γύρω από τον ήλιο εκδόθηκε το βιβλίο του αξιωματούχου της Εκκλησίας Σέργιου Μακραίου Τρόπαιον εκ της Ελλαδικής πανοπλίας κατά των οπαδών του Κοπερνίκου (1797). Τώρα όμως έχομε όχι απλώς το Γεωκεντρικό μοντέλο του κόσμου, αλλά το Ελληνοκεντρικό! Κέντρο του κόσμου είναι η «ανάδελφη» Ελλάς. Κι όλα ερμηνεύονται με την τύφλωση που προκαλεί η υπεροψία, διαβάζοντας έτσι και τον Διονύσιο Σολωμό κι όχι με τον τρόπο του Κωστή Παλαμά: «Παραγνωρίζουν αστείως τον Σολωμόν οι μη διαβλέποντες, υπό τον Έλληνα, τον Ευρωπαίον ποιητήν, τον διηνεκώς τηρούντα εστραμμένα τα βλέμματα προς την πνευματικήν της Δύσεως κίνησιν (…) Κι όταν ο Σολωμός ανακράζη: “Κλείσε μέσα σου την Ελλάδα, και θα αισθανθής να λαχταρίζη μέσα σου κάθε είδος μεγαλείου”, η κραυγή αύτη (…) προδίδει όχι τον ρήτορα των συλλαλητηρίων, αλλά, βαθύτερον του φιλοπάτριδος, τον  Ε υ ρ ω π α ί ο ν  ποιητήν, τον εμπνεόμενον και ένθουν εκ των καθολικών ιδεών…».

[*] Ο Μ. Βασιλάκης είναι αρθρογράφος και συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο του, Η Μάστιγα του Θεού.


To όπιο του σύγχρονου ελληνισμού (V)

Μαΐου 18, 2008

συνέχεια

Συνέχεια στον διάλογο με το άρθρο του Δημοσθένη Κούρτοβικ «Δεν είμαι ελληνικός, είμαι Έλληνας!» (Τα Νέα, 17.5.2008). Αναφερόμενος στον περίφημο διάλογο Σεφέρη – Τσάτσου γύρω από την ελληνικότητα σημειώνει: «Για τον ένα η ελληνικότητα ήταν η αφετηρία· για τον άλλο ήταν το τέρμα. Για σκεφτείτε: η ελληνικότητα ως αφετηρία και τέρμα! Δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουμε από αυτή την προβληματική, να θέσουμε άλλου είδους ερωτήματα σε σχέση με τον εαυτό μας και τον κόσμο!». Και δικαιολογημένα βρίσκει ολοένα πιο ανούσια τη συζήτηση γύρω από την εθνική ταυτότητα: «Με απασχολεί το ποιος είμαι, με απασχολεί το ποιοι είμαστε ως κοινωνία και ως κουλτούρα, αλλά αισθάνομαι πως δεν θα το βρω προτάσσοντας το επίθετο “ελληνικός”. Δεν είναι, ούτε θα μπορούσε να είναι, ότι το αποποιούμαι. Αλλά βαρέθηκα να το βλέπω να λειτουργεί σαν το καλβινικό δόγμα της προεπιλογής των εκλεκτών του Θεού, όπου η ζωή και οι πράξεις μας επιβεβαιώνουν απλώς μια αυθαίρετα προειλημμένη απόφαση για τη μοίρα μας.

Αγάπησα, όπως πολλοί, την περίφημη ρήση του Καβάφη “εγώ δεν είμαι Έλληνας, είμαι ελληνικός” και βέβαια καταλαβαίνω το νόημα που της έδινε, τις ιδέες από τις οποίες ήθελε να αποστασιοποιηθεί. Αναρωτιέμαι, όμως, μήπως είναι καιρός να την αντιστρέψουμε».

Μετά το 1974, «ένας “κανονικός” πια εθνικός βίος φανέρωσε ότι είμαστε ένας “κανονικός” λαός, λίγο-πολύ σαν όλους τους άλλους, με ιδιαιτερότητες ασφαλώς, με συμπαθητικές και αντιπαθητικές πλευρές, αλλά χωρίς γονίδια εκλεκτής φυλής, χωρίς προμηθεϊκή δημιουργικότητα και έμφυτη τάση προς το Υψηλό. Αν αλλοτριωθήκαμε, όπως λέγεται κατά κόρον, αλλοτριωθήκαμε επειδή μας άρεσε, επειδή ήταν στη φύση μας ή στη φύση της ιστορίας μας. Και αν πάψουμε για μια στιγμή να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, θα ομολογήσουμε ότι δεν θα δεχόμασταν ούτε με σφαίρες να γυρίσουμε πίσω για να ξαναβρούμε την εθνική “αυθεντικότητά” μας εκεί που τη χάσαμε. Λέει πολλά το προφίλ των πιο ανελέητων χλευαστών της “ευρωλιγούρας”, των πιο πυρίπνοων τυμπανοκρουστών κατά της παγκοσμιοποίησης και της νέας τάξης. Οι περισσότεροι έχτισαν καριέρες και απολαμβάνουν περιουσίες χάρη σε ό,τι καταγγέλλουν με μανία: σύμβουλοι ξένων ινστιτούτων στρατηγικών μελετών, αστέρες των μίντια και του λάιφ στάιλ, διευθυντικά στελέχη διαφημιστικών εταιρειών, πανεπιστημιακοί που αρμέγουν κονδύλια από την απεχθή τους Ευρωπαϊκή Ένωση». Και καταλήγει: «Τώρα που η λογοτεχνία μας έπαψε επιτέλους να ασχολείται με το ερώτημα πόσο ελληνική είναι, μπορεί να αρχίσει να αναζητά τη θέση της στον κόσμο ως ελληνική λογοτεχνία!».

Διάλεξη με θέμα «Unbuilding the Acropolis in Greek Literature» θα δώσει στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στις 27 Μαΐου (ώρα 7 μ.μ.) ο Καθηγητής Βασίλης Λαμπρόπουλος. Πού αλλού θα του επιτρεπόταν παρά στη βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών; Φυσικά τον Κώστα Γεωργουσόπουλο δεν τον ρώτησαν! Τον ενημέρωσε κανείς ότι ο Β. Λαμπρόπουλος εκτελεί διατεταγμένη αποστολή, ότι οι «πετρελαιάδες σπόνσορες» έστειλαν τον «εθνοκτόνο δολοφόνο με το πριόνι» για να γκρεμίσει την Ακρόπολη; Για να πάει να φυλάξει τις σκαλωσιές και τα υποστυλώματα, εν ανάγκη να την πάρει και στους ώμους του.